Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Το Μουσείο της Ελιάς «Δονάτος Παϊπέτης»


H πρόσοψη του Μουσείου της Ελιάς στον κεντρικό δρόμο των Κυνοπιαστών
      Παλαιά όσο και ο άνθρωπος, η ελιά ξεπροβάλλει μέσα από την προϊστορία και συμπορεύεται μαζί του εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Η πρώτη γραπτή αναφορά της ελιάς στο νησί των Φαιάκων, την Κέρκυρα, γίνεται στην Η’ Ραψωδία της Οδύσσειας του Ομήρου, όπου ανάμεσα στα πολλά δένδρα των κήπων του Αλκινόου, περιλαμβάνονται και “ελαίαι τηλεθόωσαι”.
Η καλλιέργεια της ελιάς στο νησί μας είναι για αιώνες η κυριότερη ασχολία των κατοίκων. Τέσσερα περίπου εκατομμύρια ελαιόδεντρα καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας της Κέρκυρας και προσφέρουν τον πολύτιμο χυμό τους, το λάδι.
Περισσότερα από 1.000 ελαιοτριβεία λειτουργούσαν μέχρι τη 10ετία του 1950, με τον κλασικό τρόπο - σύνθλιψη του ελαιοκάρπου με λιθάρια - για την παραγωγή του λαδιού.

 ΄Ενα απ’ αυτά, ήταν και το ελαιοτριβείο Παϊπέτη στους Κυνοπιάστες, που λειτουργούσε σ’ αυτό το χώρο απ΄ τα τέλη του 19ου αιώνα, ως και τη 10ετία του 1970.
Το ελαιοτριβείο αυτό δωρήθηκε με όλον τον εξοπλισμό του, το  έτος 2000, από τους κληρονόμους του Δονάτου Παϊπέτη, στο Δήμο Αχιλλείων που, με προσωπικό ενδιαφέρον του τότε Δημάρχου Στέφανου Πουλημένου, το επισκεύασε και το μετέτρεψε στο “Μουσείο της Ελιάς - ΔΟΝΑΤΟΣ ΠΑΪΠΕΤΗΣ”.

 Ο πολιτισμός της ελιάς

Εδώ ο επισκέπτης γίνεται κοινωνός του πανάρχαιου πολιτισμού της ελιάς. Του ιερού δένδρου της αρχαιότητας, πολύτιμου και συνδεδεμένου με την αναγέννηση και το φως, που εξακολουθεί ως τις μέρες μας να θεωρείται θεϊκό δώρο, σύμβολο ειρήνης, προστασίας και γονιμότητας. Του δένδρου που υμνήθηκε από συγγραφείς και ποιητές, που ενέπνευσε ζωγράφους και λαϊκούς μελωδούς.
Το προϊόν της ελιάς, το λάδι, έχει κυρίαρχη θέση στη ζωή των κατοίκων. Πηγή εισοδήματος για τους ελαιοπαραγωγούς. Βάση της τοπικής μαγειρικής. Με 10άδες θεραπευτικές ιδιότητες, γνωστές από την εποχή του Ιπποκράτη. ΄Αριστο αφροδισιακό και κύριο συστατικό πολλών καλλυντικών.
Αλλά και φωτιστική ύλη (λαδοφωτιές, λαδοφάναρα, καντήλια εκκλησιών κ.λπ.) ως και βάση παραγωγής σαπουνιού. Είναι ακόμη λιπαντικό και συντηρητικό τροφίμων.
Γνωστή είναι τέλος, η χρήση του ελαιολάδου, στο ευχέλαιο και στο μυστήριο του Βαπτίσματος της Ορθόδοξης λατρείας.

Τα εκθέματα

Στο “Μουσείο της Ελιάς” ο επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει διαχρονικά τις τρεις φάσεις επεξεργασίας της ελιάς για την παραγωγή του λαδιού.
• Την σύνθλιψη του καρπού στην αλεστική (φωτό αριστερά).
• Την αφαίρεση του χυμού της ελιάς στο πιεστήριο και τέλος,
• Το διαχωρισμό του λαδιού από τη μούργα στο διαχωριστήρα.
Μπορεί να δει αγγεία και σκεύη, εργαλεία της αγροτικής ζωής, που δώρισαν οι κάτοικοι του χωριού, πέτρινα και ξύλινα δοχεία μετάγγισης του λαδιού, μέτρα και σταθμά άλλων εποχών, φωτογραφίες από την αγροτική ζωή των αρχών του περασμένου αιώνα.
 
Το Μουσείο της Ελιάς έχει υψηλή επισκεψιμότητα, δεδομένου ότι η ύπαρξή του είναι καταχωρημένη σε όλους σχεδόν τους τουριστικούς οδηγούς της Κέρκυρας. Χιλιάδες κάθε χρόνο επισκέπτες διαφόρων εθνικοτήτων, αλλά και μαθητές και σπουδαστές, έρχονται να το δουν. Η είσοδος είναι δωρεάν.

Για να επισκεφτεί κανείς το Μουσείο της Ελιάς, εκτός ωραρίου λειτουργίας (απογεύματα κατά τη θερινή περίοδο) πρέπει να επικοινωνήσει με τα γραφεία της Δημοτικής Ενότητας Αχιλλείων του Δήμου Κέρκυρας, τηλ. 26613 61800, ή με τον πρόεδρο και τα μέλη του Συμβουλίου της Δημοτικής Κοινότητας Κυνοπιαστών.
     Επίσης μέλη της τοπικής Πρωτοβουλίας για την Εστία Ιστορίας και Πολιτισμού (τηλ. 26610 57058), είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου για ενημέρωση σε κάθε τί που σχετίζεται με την Ελιά και το Μουσείο της στους Κυνοπιάστες.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Νερά σε πηγές, πηγάδια και βρύσες των Κυνοπιαστών

Γυναίκες των Κυνοπιαστών μεταφέρουν νερό στο κεφάλι (Μηλιά 1920)
Όπως συμβαίνει με όλους σχεδόν τους μεσαιωνικούς οικισμούς, η επιλογή του τόπου που θα κατοικούσαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, προσδιορίζονταν κατά κύριο λόγο, από τις συνθήκες ασφάλειας που προσέφερε. Και τούτο γιατί ο κίνδυνος των κουρσάρων - πειρατών, ήταν μεγάλος στις παραθαλάσσιες μη οχυρωμένες περιοχές και οικισμούς.
Το μικροκλίμα, το έδαφος, οι συνθήκες υγιεινής και ο προσανατολισμός της θέσης του οικισμού, συνιστούσαν τη δεύτερη ομάδα κριτηρίων.
Καθοριστικό ωστόσο κριτήριο για την τελική επιλογή ήταν το νερό. Το αγαθό από την ύπαρξη του οποίου εξαρτάται η ίδια η ζωή.
Οι Κυνοπιάστες δεν αποτελούν εξαίρεση. Τα κριτήρια αυτά ίσχυσαν και με το παραπάνω, στην επιλογή της θέσης όπου κτίστηκε, πιθανόν το 13ο με 14ο αιώνα, ο πρώτος πυρήνας του οικισμού.
Οι Κυνοπιάστες δεν είναι ορατοί από τη θάλασσα. Βλέπουν ανατολικά. Βρίσκονται στην πλαγιά λόφου και όχι σε λιβάδι, σε τόπο υγιεινό και έδαφος κατάλληλο, όχι σαθρό. Και το νερό, σχετικά κοντά και άφθονο.
 Πηγές και πηγάδια

Οι φυσικές πηγές νερού ωστόσο, δεν ήταν μέσα ή πλάι στον οικισμό.
Η πηγή των Γουράδων, στην πλαγιά των Αγ. Δέκα προς την Καμάρα, απήχε πάνω από ένα χιλιόμετρο από το χωριό, ενώ οι πηγές της Χρυσίδας περισσότερο από τρία χιλιόμετρα.
Γι’ αυτό, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν ν’ ανοίξουν πηγάδια στις παρυφές του οικισμού, που το νερό τους ήταν στην κοινή χρήση.
Τέτοια πηγάδια ήταν:
Το Πάνω Πηγάδι, στα βόρεια του χωριού, στο δρομάκι που οδηγούσε στην περιοχή Λιά.
To πάνω πηγάδι δια χειρός Edward Lear (1863)
Ο άγγλος περιηγητής και ζωγράφος Εdward Lear, σε επίσκεψή του την 1η Απριλίου 1863, στο χωριό, πιθανόν στη Λότζα που διατηρούσαν συμπατριώτες του, στη θέση που βρίσκεται και σήμερα (ιδιοκτησία οικογ. Γαρδικιώτη), ακολούθησε τις γυναίκες που περνούσαν για να φέρουν νερό από το Πάνω Πηγάδι, στάθηκε στην απέναντι πλαγιά και συνέθεσε τρεις εξαιρετικές υδατογραφίες, που σώζονται και στις μέρες μας. Κύριο θέμα του οι γυναίκες που παίρνουν νερό από το πηγάδι, μέσα σε οργιώδη βλάστηση με ελιές και πανύψηλα κυπαρίσσια και φόντο στο βάθος, το Παλαιό Φρούριο της πόλης. Αντίστοιχα είναι και τα δύο άλλα θέματα των υδατογραφιών του Εdward Lear.
Σε μικρή απόσταση από το Πάνω Πηγάδι που διατηρείται και σήμερα μισοχωμένο, στο βάθος της μικρής ρεματιάς, οι κάτοικοι του χωριού, άνοιξαν ένα ακόμη κοινοτικό πηγάδι. Το Κάτω Πηγάδι με νερό καλής ποιότητας που δεν στέρευε χειμώνα – καλοκαίρι.
Ανάμεσα στα δύο, ακόμη πλησιέστερα προς τον οικισμό, ανοίχτηκε και τρίτο πηγάδι, βρυσικό και αυτό, στο οποίο περί τα μέσα της 10ετίας του 1960, τοποθετήθηκε αντλητικό σύστημα (τρόμπα) το οποίο υπάρχει και σήμερα, αλλά από πέρσι δεν λειτουργεί πιά.
Ένα τέταρτο πηγάδι στην κοινή χρήση, ανοίχτηκε στη θέση Μπούρτουλου, στα Τζερά (παλαιά Γλυντζερά) που υπάρχει και σήμερα.
Ακόμη πιο κοντά στο χωριό, ανοίχτηκε ένα ακόμη πηγάδι, στο δρόμο που ανεβαίνει προς Αγ. Δέκα. Το γνωστό ως Πηγάδι της Παναγίας, που κάλυπτε κυρίως τις ανάγκες του συνοικισμού της Μηλιάς.
Πέραν αυτών των πηγαδιών που ήταν στην κοινή χρήση ανοίχτηκαν από τις πιο ισχυρές οικονομικά οικογένειες των Κυνοπιαστών μερικά ακόμη πηγάδια ιδιωτικής χρήσης για τις ανάγκες κυρίως των κτημάτων.
 Οι φυσικές πηγές

Η πιο μεγάλη και φημισμένη σ΄ όλο το νησί, πηγή στην περιοχή των Κυνοπιαστών, ήταν αυτή της Χρυσίδας. Τεράστιες ποσότητες καθαρού κρυστάλλινου νερού, έρρεαν χειμώνα – καλοκαίρι, σχηματίζοντας το μικρό ομώνυμο ποτάμι που καταλήγει στη λιμνοθάλασσα  Χαλικιόπουλου.


Σε μικρή απόσταση από τις πηγές της Χρυσίδας ανάβλυζαν οι πηγές με το όνομα «Τα άκολα του Παπαγιάννη» που μέσα από σούδες τα νερά τους κατέληγαν κι αυτά στη λιμνοθάλασσα.
Στα όρια των Κυνοπιαστών με το Βιρό βρίσκεται η φυσική πηγή του Ραρτούρου, που σχηματίζει το ομώνυμο ποταμάκι, δίπλα στην παλιά Ελαιουργία και το σημερινό κατάστημα ΜΕΤΡΟ.
Μια ακόμη μικρότερη πηγή καταγράφεται στην περιοχή «Καλογερά».
Τα νερά όλων αυτών των πηγών, άρδευαν με φυσικό τρόπο και με μικρά τεχνικά έργα μεγάλες εκτάσεις εύφορων προσχωσιγενών εδαφών, όπου καλλιεργούνταν πάσης φύσεως οπωροκηπευτικά και λαχανικά, ενώ δεν έλλειπαν και πολλές ποικιλίες αμπελιών.
Ο ιστοριοδίφης Στυλιανός Βλασσόπουλος, σε εργασία του στα 1803, ταυτίζει την περιοχή της Χρυσίδας με τους «Κήπους του Αλκινόου» και παραθέτει το σχετικό απόσπασμα της Η΄ Ραψωδίας της Οδύσσειας του Ομήρου.

΄Εκτοσθεν δ΄ αυλής μέγας όρχατος άγχι θυράων,
τετράγυος. Περί δ΄έρκος ελήλαται αμφοτέροθεν.
Ένθα δε δένδρεα μακρά πεφύκασι τηλεθόωντα.
Όγχναι και ροιαί και μηλέαι αγλαόκαρποι
Συκέαι τε γλυκεραί και ελαίαι τηλεθόωσαι.
Τάων ού ποτέ καρπός απόλλυται ουδ΄απολείπει
χείματος ουδέ θέρευς, επετήσιος, αλλά μάλ΄αιεί
ζεφυρίη πνείουσα τα μεν φύει, άλλα δε πέσσει.
Ογχνη επ΄ όγχνη γηράσκει, μήλον δ΄επί μήλω
Αυτάρ σταφυλή επί σταφυλή, σύκον δ΄επί σύκω. 

To γεφυράκι δίπλα στο νερόμυλο Παϊπετη

Ο νερόμυλος Παϊπέτη από ταινία του 1955
Τρεις νερόμυλοι

Η αδιάκοπη ροή μεγάλων ποσοτήτων νερού έδωσε την ευκαιρία στους κατοίκους, εκτός από το πότισμα των χωραφιών τους, να αξιοποιήσουν το νερό για την κίνηση πρωτόγονων μηχανισμών επεξεργασίας των δημητριακών για την παραγωγή αλευριού. Οι δύο πρώτοι νερόμυλοι, τα ερείπια των οποίων σώζονται και σήμερα, ανήκαν στις οικογένειες Δαφνή και Μαζαράκη.
Ενας πιο σύγχρονος και με μεγαλύτερες δυνατότητες παραγωγής, ήταν ο νερόμυλος του Παϊπέτη, δίπλα στην εκκλησία της Αγ. Κυριακής. Ο μύλος αυτός λειτούργησε μέχρι και τη 10ετία του 1950.
Τα νερά στην εποχή μας
Ο 20ός αιώνας άλλαξε ριζικά τη σχέση των Κυνοπιαστών με το πολύτιμο φυσικό αγαθό το νερό.
Στα 1927 το άριστης ποιότητας νερό της πηγής των Γουράδων, διατίθεται από την οικογένεια Παϊπέτη, σε κοινή χρήση για τις ανάγκες του χωριού. Ο κερκυραίος υπουργός του Βενιζέλου, Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος βοήθησε την Κοινότητα να λάβει δάνειο με το οποίο κατασκευάστηκε το πρώτο υδραγωγείο με δεξαμενή που χρησιμοποιείται και σήμερα, μαντεμένιο αγωγό μεταφοράς και διανομής  του νερού σε τρεις κοινόχρηστες βρύσες που λειτουργούν και στις μέρες μας.
1973. Περιμένοντας το νερό μια ώρα την ημέρα!
Στα 1980, και ενώ οι ανάγκες ύδρευσης του χωριού έχουν μεγαλώσει, ο τότε κοινοτάρχης Κώστας Σκιαδόπουλος (Καούκης) ανοίγει γεώτρηση στη θέση «Βούτες» και δίνει άφθονο νερό, που αλλάζει τους όρους ζωής της μικρής τοπικής κοινωνίας.
Την περίοδο 1987 – 1993 τα αντλητικά συγκροτήματα αλλάζουν. Νέες γεωτρήσεις στις Βούτες και στου Ζούγρα ανοίγονται, ενώ προστίθενται νέες δεξαμενές και δίκτυα που έκτοτε καλύπτουν χωρίς πρόβλημα τις μεγάλες ανάγκες κατανάλωσης νερού, που το καλοκαίρι ξεπερνά τα 1.500 κυβικά την ημέρα.


Ο ΤΟ.Ε.Β. Χρυσίδας

Αξίζει να αναφερθεί ότι κατά τη 10ετία του 1950, στο πλαίσιο των εγγειοβελτιωτικών έργων του Υπουργείου Γεωργίας, κατασκευάστηκε το αντλιοστάσιο και το δίκτυο διανομής νερού για άρδευση των χωραφιών στον Κάμπο των Κυνοπιαστών. Την διαχείριση του νερού για τις αρδεύσεις που αντλούνταν από το ποτάμι της Χρυσίδας, είχε ο Τομέας Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) που λειτούργησε μέχρι τις αρχές της 10ετίας του 1980.
Μερικά χρόνια μετά, το υδραγωγείο της πόλης (ΔΕΥΑΚ) αύξησε σημαντικά τις ποσότητες του νερού που αντλούσε από τα πηγάδια και μετά από γεωτρήσεις δίπλα στις πηγές του ποταμιού της Χρυσίδας, με συνέπεια το ποτάμι να στερεύει για 5 – 6 μήνες το χρόνο.
Από το 1991, μετά από σχετική απαίτηση της τότε Κοινοτικής Αρχής, προβλέφτηκε διάθεση ποσότητας νερού για την άρδευση των λιγοστών κτημάτων που καλλιεργούνται σήμερα στην περιοχή.

Οι βρύσες πόσιμου νερού

Η υπερεπάρκεια νερού στους Κυνοπιάστες, δεν έλυσε και το πρόβλημα της ποιότητας, καθώς τα εδάφη της περιοχής έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε γύψο και θειάφι και το νερό των γεωτρήσεων είναι σκληρό και ακατάλληλο για πόση.
Τη λύση έδωσε το νερό της πηγής των Γουράδων, που διατίθεται με χωριστό δίκτυο δωρεάν σε δέκα κοινόχρηστες βρύσες, σε κεντρικά σημεία του χωριού. Το νερό αυτό αποτελεί μια πολύτιμη κληρονομιά, που οι ντόπιοι την μοιράζονται με πλήθος επισκεπτών από την πόλη, τα προάστια και τα γύρω χωριά.
΄Ετσι, πηγές,  πηγάδια, μικρά ποτάμια, γεωτρήσεις και βρύσες σύνδεσαν τους Κυνοπιάστες, όσο ελάχιστα άλλα χωριά, με το νερό. Το πολύτιμο αυτό αγαθό που είναι ανάγκη να προστατεύσουμε από τη ρύπανση, την υπεράντληση και να το διαχειριστούμε με συνετό και ορθολογικό τρόπο.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Η παραγωγή του κρασιού στους Κυνοπιάστες

Φωτό από την κληματαριά ποικιλίας μαντζαβί, του Νίκου Α. Πουλημένου

Ολοκληρώθηκε γι’ αυτή την περίοδο η διαδικασία του τρύγου, του πατήματος των σταφυλιών και της παραγωγής του κρασιού, που παίρνει τη μορφή ιεροτελεστίας και στο χωριό μας. Διαδικασία στην οποία συμμετέχει ένα μεγάλο μέρος – παλιότερα το σύνολο - των οικογενειών των Κυνοπιαστών. Είναι άλλωστε συνεχιστές μιας παράδοσης αιώνων
Η πρώτη γραπτή αναφορά σε αμπελοκαλλιέργεια στην περιοχή, γίνεται στους «αμπελώνες της Βράναινας» στη Χρυσίδα, κατά το 14o αιώνα, ενώ τον 15o αιώνα βρίσκουμε το τοπωνύμιο «Καλοκρασού» (περιοχή που παράγει σταφύλια – κυρίως μαντζαβί - για καλό κρασί) στη Μηλιά. Τον 16o αιώνα βρίσκουμε στο Ιστορικό Αρχείο, συμβάσεις «αμπέλωσης» χωραφιών και αργότερα το ξαμπέλωμα, δηλαδή αφαίρεση των αμπελιών για να φυτευτούν άλλες καλλιέργειες.
Φέτος, λόγω της ανομβρίας και κάποιων ασθενειών που προσέβαλαν τα αμπέλια, ο τρύγος ήταν πιο «φτωχός» από άλλες χρονιές και οι ποσότητες του μούστου που παράχθηκε για οινοποίηση ήταν μικρότερες, αλλά καλύτερης ποιότητας.
Αρκετοί συγχωριανοί αγόρασαν σταφύλια – κυρίως Ζακύνθου και Πελοποννήσου - από το εμπόριο για οινοποίηση, είτε για να συμπληρώσουν τις ποσότητες των δικών τους σταφυλιών, είτε για να κάνουν κρασί αποκλειστικά απ’ αυτά.

Η εξαγωγή του μούστου

Οι μέθοδοι εξαγωγής του μούστου για την παραγωγή του κρασιού, έχουν – τελευταία – εκσυγχρονιστεί. Σε σπάνιες περιπτώσεις τα σταφύλια πατώνται πλέον στο σκαφόνι (πατητήρι) όπως παλιά, καθώς χρησιμοποιείται ευρύτατα ο μηχανικός – ηλεκτροκίνητος σπαστήρας, που απαιτεί ένα μικρό και εύκολο πλέον, συμπληρωματικό πάτημα των σταφυλιών.

Η οικογένεια Σπύρου Χ. Πουλημένου, επί το έργον
Ο μούστος ρέει από την έξοδο του σκαφονιού στη σκάφη – ξύλινη ή πλαστική – και μετά διοχετεύεται στις ταμιζάνες ή τα βαρέλια για ζύμωση.
Οι καλά μελετημένοι οινοπαραγωγοί των Κυνοπιαστών, λένε πως δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή ο μούστος με τον αέρα, γιατί δεν προστατεύεται και ο χώρος γεμίζει σκνίπες, σφήκες και άλλα έντομα που έλκονται από τη μυρωδιά του.
Η Αγγελίνα Πουλημένου - Γεωργάκη στο κλασικό πιεστήριο...
Κατά την παραγωγή λευκού κρασιού, τα τσίπουρα τοποθετούνται στο πιεστήριο, αμέσως μετά το πάτημα και το λευκό κρασί που παράγεται, είναι δροσερό χωρίς σκληρή και στυφή γεύση. Οι ταμιζάνες είναι καλύτερες από τα βαρέλια για τη ζύμωση και στη συνέχεια για την αποθήκευση του κρασιού.
 Για την παραγωγή του κόκκινου κρασιού είναι απαραίτητο να γίνει μερική ή ολική ζύμωση (βράσιμο) του μούστου με τα τσίπουρα με τρόπο που να μην έρχονται σε επαφή με τον αέρα και αν είναι δυνατόν, χωρίς τους κουτσόποδες.
Μετά τη ζύμωση και την απολάσπωση (αφαίρεση της τάρας) ο καθαρός μούστος τοποθετείται σε καινούρια βαρέλια όπου ωριμάζει. Η διαδικασία παραγωγής του κρασιού τελειώνει με την εμφιάλωση, που είναι απαραίτητη γιατί η φυσική κατάληξη του χύμα κρασιού, είναι να μετατραπεί κάποια στιγμή σε ξύδι, το οποίο έχει βέβαια την αξία του στην αγορά…

Ο διαχωριστήρας - σπαστήρας της οικογένειας Σπύρου Μ. Σκιαδόπουλου
Μερικές οικογένειες έχουν βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη διαδικασία παραγωγής του κρασιού, χρησιμοποιώντας πιο προηγμένα μηχανήματα, όπως ο σπαστήρας με διαχωριστήρα των κοτσανιών (κουτσόποδες) των σταφυλιών (φωτο), που κατάργησε το σκαφόνι, αλλά και τα υδραυλικά πιεστήρια που απαιτούν πλέον λιγότερο κόπο.

Το υδραυλικό πιεστήριο στο κελάρι της οικογένειας Σπύρου Μ. Σκιαδόπουλου
Χρήσιμες επισημάνσεις

Πέραν αυτών, διαδεδομένη πλέον είναι η μέθοδος μέτρησης των σακχάρων στο μούστο που θα μετατραπεί με τη ζύμωση σε οινόπνευμα, καθώς και η χρήση παστιλιών της μουστόλης και της οινόλης για να απομακρυνθεί ο κίνδυνος να ξυνίσει το κρασί.
Επισημαίνεται η ανάγκη αφαίρεσης της λάσπης (τάρας) αμέσως μετά τη ζύμωση γιατί προκαλεί ζημιά και δεν ωφελεί σε κάτι, όπως λανθασμένα νομίζουν μερικοί.
Ο νέος οινοπαραγωγός Δημήτρης Ν. Παπαδόπουλος ενώ εκπαιδεύεται...
Μεγάλη βαρύτητα δίνεται πλέον στην υγιεινή και καθαριότητα των χώρων οινοποίησης και των δοχείων που θα τοποθετηθεί το κρασί. Προτιμάται ή διασφαλίζεται χώρος που δεν ανεβαίνουν ψηλά οι θερμοκρασίες το καλοκαίρι, ενώ αποκλείεται η επανάχρηση  βαρελιού στο οποίο έχει ξυνίσει το κρασί.
Μερικοί συγχωριανοί με μεράκι για το κρασί, επιδεικνύουν ακόμη μεγαλύτερη επιμέλεια και το εμφιαλώνουν, με δικές τους συσκευές εμφιάλωσης, αφού πρώτα με διάφορα διαυγαστικά μέσα (αντλίες φίλτρων, μπετονίτη κλπ.) επετύχουν την πλήρη διαύγειά του. Δημιουργούν έτσι, κάβα κρασιών διαφόρων εσοδειών, που είναι το καμάρι κάθε οινοπαραγωγού.

Ο Πολύδωρος Σκιαδόπουλος ενώ φροντίζει το μούστο της χρονιάς στο οικογενειακό του οινοποιείο
 Παράγουν δε κρασί άριστης ποιότητας, εφάμιλλο και πολλές φορές καλύτερο από τα επώνυμα κρασιά, που διατίθενται πανάκριβα στην αγορά.
Τους αξίζουν συγχαρητήρια και κάτι περισσότερο. Μίμηση σε ό,τι ανεβάζει την ποιότητα του κρασιού.
Στέφανος Πουλημένος – Σπύρος Σκιαδόπουλος

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Αποκαθίστανται οι αγιογραφίες της κόγχης του Ιερού της εκκλησίας της Υ.Θ. Ελεούσας Κυνοπιαστών


Η αγιογραφία της Παναγίας της Πλατυτέρας, μετά τον καθαρισμό της
                                                                                                        Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011
Με αργά αλλά προσεκτικά και επιμελημένα βήματα, προχωράει η αποκάλυψη και συντήρηση των αγιογραφιών της κόγχης του ιερού στην εκκλησία της Υ.Θ. Ελεούσας Κυνοπιαστών.
Η εργασία αυτή που ανέθεσε η Ενορία, αποκαλύπτει εξαιρετική αγιογραφική τέχνη του 18ου αιώνα, που ήταν επικαλυμμένη από διάφορες κατά καιρούς παρεμβάσεις.
Σ’ αυτές προστέθηκε η μαυρίλα (από κεριά και καντύλια) και οι φθορές από την υγρασία και το χρόνο, αλλά και στα χαμηλότερα της κόγχης η επικάλυψη με… λαδομπογιά!
Στο άνω μέρος της κόγχης δεσπόζει η Παναγία η Πλατυτέρα με τον μικρό Ιησού στην αγκαλιά της (φωτό πάνω), ενώ στο κάτω μέρος απεικονίζονται Ιεράρχες της Εκκλησίας, που δεν μπορούν ακόμη να προσδιοριστούν, αν δεν ολοκληρωθεί ο καθαρισμός.

Ο Πρωτομάρτυρας Αγιος Στέφανος σε αγιογραφία στο Ιερό, στη φάση καθαρισμού της
Στο αριστερό μέρος του Ιερού και στο ενδιάμεσο προς την Αγία Πρόθεση, αποκαλύπτεται αγιογραφία του Αγίου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου (φωτό), ο καθαρισμός της οποίας δεν έχει ολοκληρωθεί.
Εκτιμάται ότι το έργο αυτό θα έχει ολοκληρωθεί ως το τέλος του χρόνου.
Η σχετική δαπάνη καλύπτεται από προσφορά κατοίκου του χωριού, σε εκτέλεση επιθυμίας φροσφιλούς προσώπου.

Τοποθετήθηκε νέα κεντρική θύρα στην εκκλησία της Υ.Θ. Ελεούσας


Κυνοπιάστες, 4 Οκτωβρίου 2011
Κατασκευάστηκε και τοποθετήθηκε η νέα ξύλινη θύρα στην κεντρική είσοδο της εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου Ελεούσας Κυνοπιαστών, αφού η παλιά, που είχε έναν αιώνα ζωής, είχε ήδη φθαρεί από το χρόνο και την υγρασία.
Η νέα κατασκευή είναι πιστό αντίγραφο της παλιάς και κατασκευάστηκε στο ξυλουργείο των αδελφών Χαρίλαου και Σπύρου Πουλημένου στου Ποντή, ενώ τα γλυπτά στο άνω μέρος (άγγελοι, κορώνες και εθνόσημο) και η διακόσμηση στη βάση της θύρας, δουλεύτηκαν στο χέρι, στο εργαστήρι του Σπύρου Μεσημέρη στους Καλαφατιώνες.

Τόσο στους ξυλουργούς, όσο και στον ξυλογλύπτη, αξίζουν θερμά συγχαρητήρια για την θαυμάσια δουλειά τους, που πρέπει να είναι και μοναδική στο είδος της.
Συγχαρητήρια ανήκουν και το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο που πήρε τη γενναία και παρακινδυνευμένη απόφαση να ανακατασκευάσει εξ αρχής την κεντρική πύλη της εκκλησίας και μάλιστα με τόση επιτυχία.
Η σχετική δαπάνη καλύφτηκε από προσφορά κατοίκου του χωριού, σε εκτέλεση επιθυμίας φροσφιλούς προσώπου. 

Η εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου Ελεούσας των Κυνοπιαστών

Σύντομο ιστορικό
Τα παλαιότερα έγγραφα που φωτίζουν τη ζωή της εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου Ελεούσας των Κυνοπιαστών του πρώην Δήμου Αχιλλείων Κέρκυρας, βρίσκονται στα Αρχεία Κέρκυρας1. Χρονολογούνται από το 1542, και τα μέλη της ντόπιας οικογένειας Σκόρτζη,  φέρονται ως «κτήτορες και κύριοι» της εκκλησίας.
Λίγα χρόνια μετά, το 1556, ένα μέλος της ίδιας οικογένειας, «ο Τίμιος Πρωτόπαπας Μάρκος Σκόρτζης», σε άλλο έγγραφο που βρέθηκε στο Ιστορικό Αρχείο, αναφέρεται επίσης ως «κτήτωρ και κύριος του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου Ελεούσης εις το χωρίον των Κυνοπιαστών». Πρόκειται για συμφωνητικό με τον κυρ Στυλιανό Σκιαδόπουλο, «να αμπελώσει» ένα κτήμα της Εκκλησίας στη Μηλιά.
Στις 22 Σεπτεμβρίου1581 «ο ευλαβής παπα κυρ Αντώνιος Σκόρτζης, ως εκτήτωρ και νοικοκύρης του ναού της Δεσποίνης ημών κυρίας της Ελεούσης», υπογράφει συμφωνία με τον παπα Καλοϊωάννη Καλούλη να λειτουργεί την εκκλησία για τρία χρόνια, “οις φίμην τις εκλαμποτάτοις οιμών αφεντίας των Βενετόν και εις μνημόσινον των αοιδίμον και μακαρίων εκτητόρων  αυτίς τοις μονοίς».
Στα 1604, η εκκλησία έχει μείνει ως φαίνεται χωρίς παπά και οι ιδιοκτήτες της αλλά και οι κάτοικοι του χωριού επωφελούνται της παρουσίας ενός παπά, που είχε έρθει από την Πελοπόννησο, του παπα Νικόλαου Μονοβασιώτη και κάνουν μια εντυπωσιακή και δεσμευτική συμφωνία μαζί του για τον τρόπο που θα εφημερεύει το ναό.

Συναδελφικός ναός

 Η εκκλησία κατά τον 17ο αιώνα περνάει στην ιδιοκτησία της οικογένειας Αγαπητού που έρχεται από τη Ζάκυνθο. Και ένας παπάς από την οικογένεια αυτή, ο παπα Αντώνιος Αγαπητός, την δωρίζει με διαθήκη του, στις 30 Μαρτίου του 1686, (ΙΑΚ, Συμβόλαιο Α.144, φ. 35ν) στην κοινότητα των κατοίκων του χωρίου.
 Από τότε η εκκλησία της Υ.Θ. Ελεούσης των Κυνοπιαστών γίνεται συναδελφικός ναός του μεγαλύτερου μέρους των κατοίκων του χωριού. Αποκτά δική της οργάνωση, διοίκηση και ταμειακή διαχείριση.
Τρία χρόνια μετά τη δωρεά, το 1689, αρχίζουν οι καταγραφές όλων των περί την εκκλησία στοιχείων, σε βιβλίο που βρέθηκε κατά την ανακαίνισή της το 1991.
Μεγάλο μέρος των χειρόγραφων κειμένων του βιβλίου των πράξεων της εκκλησίας, αφορά δωρεές που έκαναν οι κάτοικοι στην Παναγία.
Οι δωρεές  προς την εκκλησία συνεχίστηκαν από τότε με εντυπωσιακούς ρυθμούς, καθώς ο πληθυσμός του χωριού μεγάλωνε. ΄Ετσι, πολύ γρήγορα, το μικρό εκκλησάκι γύρω από την πέτρα όπου είναι το σημερινό προσκυνητάρι της Παναγίας, διαπιστώνεται ότι δεν επαρκεί για τις ανάγκες του χωριού και  αποφασίζεται η επέκτασή του σε μια κλασικού τύπου μονόκλιτη βασιλική.
Τέσσερα  χρόνια μετά την πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους το 1716, οι
εργασίες επέκτασης της εκκλησίας έχουν αρχίσει. Τότε κατασκευάζεται πέτρινο
τέμπλο. Παραγγέλλονται οι εικόνες σε αξιόλογο αγιογράφο της επτανησιακής σχολής, τον παπα Ανδρέα Μεταξά και κατασκευάζεται καμπαναριό (όχι το σημερινό).
     Για τα έξοδα των κατασκευαστικών εργασιών και της αγιογράφησης, τηρείται αναλυτικό βιβλίο ταμείου,  όπου είναι καταγεγραμμένες λεπτομερείς πράξεις δαπανών αλλά και εισφορών. Ιδού τι αναφέρει η πρώτη από αυτές (φωτο):
«Δόξα το Θεώ 1721 μαρτίου 8, εξοδίας που έκαμα εγώ ο Ιωάννης Καρτάνος Κουβερναδούρος τις μονίς τις Ιπεραγίας Θεοτόκου ελεούσας κίμενις ις το χορίο τον Κινοπιαστόν, την οπίαν εξοδία τιν έκαμα από σολδία εδικά μου, όστε να λάβο ευχαρίστισι από τα ισοδήματα τις άνοθεν εκλισίας. Εχι παρακαλεσμένος από τον κιρ Σταματέλο Σουρμπίνο του ποτέ Γιόργου και Αναστάσι Ποταμίτι, κουμεσίους τις άνοθεν μονίς.»[2]
Η εκκλησία περνάει σε φάση μεγάλης ακμής στον τελευταίο (18ο αι.) από τους τέσσερις και κάτι αιώνες Βενετοκρατίας, παρά το γεγονός της κατάργησης  του Ορθόδοξου Μητροπολιτικού θρόνου.
       Του ορθόδοξου κλήρου ηγείται ο λεγόμενος Μέγας Πρωτόπαπας, που φροντίζει τα της διοίκησης της εκκλησίας στο νησί.
Εκείνα τα χρόνια, στο συναδελφικό ναό της Υ.Θ. Ελεούσας, οι Επίτροποι που τότε λεγόταν “κουμέσιοι κυβερνήται” εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία από εκπροσώπους των οικογενειών στις οποίες ανήκε η εκκλησία.
΄Ενα πρακτικό εκλογής δύο «κουμεσίων κυβερνητών» του 1752, που σώζεται σε άριστη κατάσταση, μαρτυρεί την άψογη τήρηση των δημοκρατικών διαδικασιών στα δύσκολα εκείνα χρόνια.
Στα 1800 οι Ρώσοι που έχουν καταλάβει την Κέρκυρα από τον προηγούμενο χρόνο, ανασυστήνουν την Ορθόδοξη Μητρόπολη και η εκκλησία μπαίνει σε νέα περίοδο ακμής.
Οι δωρεές  πολλαπλασιάζονται. Το αίσθημα ασφαλείας των κατοίκων μεγαλώνει και ο πληθυσμός αυξάνεται.
Από το 1814 η Κέρκυρα έχει μπεί στην τελευταία φάση ξενοκρατίας. Στην 50χρονη περίοδο της  Αγγλοκρατίας. ΄Ενα από τα κύρια μελήματά της είναι η οργάνωση δημόσιας εκπαίδευσης. ΄Ετσι στα 1826 ιδρύεται το πρώτο σχολείο σε ένα μικρό οίκημα, τη λότζα, που παραχωρεί η Ενορία της Υ.Θ. Ελεούσας, δίπλα στο ναό.
Στην εκκλησία λίγο αργότερα, αρχίζει η τήρηση των πρώτων ληξιαρχικών πράξεων Γεννήσεων, Βαπτίσεων, Γάμων και Θανάτων.
  
Η τελευταία επέκταση

          Η τοπική κοινωνία, σιγά - σιγά μορφώνεται και ο πληθυσμός αυξάνεται, ώσπου κατά το 1864, χρόνο της ΄Ενωσης της Κέρκυρας με την Ελλάδα, φτάνει τους 843 κατοίκους. Η οικονομική ανάπτυξη με κινητήρια δύναμη την αγροτική παραγωγή και τη βιοτεχνία που ακμάζει,  δίνει νέες δυνατότητες  και στους κατοίκους των Κυνοπιαστών, που κάνουν φιλόδοξα σχέδια για την εκκλησία της Παναγίας.
Περί τα τέλη του 19ου αιώνα, η ιδέα της νέας επέκτασης της εκκλησίας της
Παναγίας έχει επικρατήσει. Προβληματίζει όμως η αδυναμία επέκτασής της προς τα
μπρος για να μη στερηθούν το προαύλιο, όπου γινόταν όλες οι γιορτές του χωριού. Προβληματίζει και η αδυναμία επέκτασης προς τα πίσω για να μη χαλαστεί το περίτεχνο πέτρινο τέμπλο. Ετσι, αποφασίστηκε η επέκταση της εκκλησίας κατά πλάτος και καθ΄ ύψος. 
Προστέθηκε ένα  διάζωμα στο τέμπλο όπου τοποθετήθηκαν εικόνες του Δωδεκάορτου. Κατασκευάστηκαν δεξιά και αριστερά δύο ακόμη κλίτη και πάνω απ΄ αυτά ο γυναικωνίτης και η χωρητικότητα της εκκλησίας σχεδόν διπλασιάζεται.
Στα 1900 ολοκληρώνεται η κατασκευή του σημερινού καμπαναριού από Κατωγαρουνιάτες μαστόρους και πέτρα της περιοχής τους. Διακοσμείται εσωτερικά και εξωτερικά η εκκλησία και στα 1913 παίρνει τη σημερινή της όψη με το μαρμάρινο γλυπτό που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Στέφανος Καρδάμης, επίσης από τον Κάτω Γαρούνα.
Ο μεγάλος ζωγράφος Γεώργιος Σαμαρτζής εικονογραφεί τις μονές στα δύο κλίτη, ενώ ο Σωκράτης Παϊπέτης, γιός του Δημάρχου Μεσοχωριτών Ανδρέα Παϊπέτη, δωρίζει την εικονογράφηση της Ουρανίας.

     Στη σημερινή εκκλησία της Υ.Θ. Ελεούσας των Κυνοπιαστών, διασώζονται: 
  •  Η παμπάλαιη εικόνα της Παναγίας, (προ του 1500)  που είναι χαραγμένη  πάνω σε βράχο και αποτελεί την κοιτίδα της εκκλησίας
  • Το πέτρινο τέμπλο που κατασκευάστηκε το 1720, φιλοτεχνημένο με μοναδικό τρόπο από ντόπιους μαστόρους.
  •  Οι εικόνες του τέμπλου, οι τέσσερις δεσποτικές, οι 12 απόστολοι και το τρίμορφο, έργα της περιόδου 1720 – 1727,  από τον αγιογράφο της Επτανησιακής Σχολής, παπα Ανδρέα Μεταξά. 
  •  Άλλες μεμονωμένες εικόνες του 18ου αιώνα, διαφόρων αξιόλογων αγιογράφων της ιδίας σχολής.
  •  Η τοιχοποιία σε τμήμα της εκκλησίας επί του οποίου έγιναν προσθήκες στα τέλη του 19ου αιώνα.
  •  Η πέτρινη τοιχοποιία όπως κατασκευάστηκε η εκκλησία με την επέκτασή της την ίδια περίοδο.
  •  Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία της τελικής κατασκευής που ολοκληρώθηκε με το μοναδικό γλυπτό της κεντρικής εισόδου της εκκλησίας, το 1913.
  •  Κειμήλια αιώνων, όπως παλιά Ευαγγέλια, εκκλησιαστικά σκεύη και άμφια, πολυέλαιοι κλπ.
  •  Τα βιβλία της ενορίας από τότε που έγινε η Υ.Θ. Ελεούσα, συναδελφικός ναός το 1686 ως τις μέρες μας
  •  Το πέτρινο περίτεχνο – κερκυραϊκής τεχνοτροπίας - κωδωνοστάσιο του 1900 
  1. Ι.Α.Κ.: Πράξεις συμβολαιογράφου Κέρκυρας  Ιερέως Πέτρου Βραγανιώτη, τόμος Β΄ 176 σελ. 54ν
  2.  Η ορθογραφία είναι του πρωτοτύπου
  3. Οι Κυνοπιάστες είναι παραδοσιακός οικισμός επίσημα χαρακτηρισμένος με Π.Δ. του 1978

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Η τέχνη της πέτρας στις εκκλησίες των Κυνοπιαστών

Το καμπαναριό και η εκκλησία της Υ.Θ. Ελεούσας Κυνοπιαστών

Τα τέλη του 19ου αιώνα βρήκαν την Κέρκυρα σε περίοδο μεγάλης ακμής για τα δεδομένα εκείνης της εποχής.Εχει μπεί και το νησί μας στη φάση της «βιομηχανικής επανάστασης», η φεουδαρχία πνέει τα λοίσθια, η αστική τάξη γεννιέται και γίνεται φορέας μιας άλλης αισθητικής αντίληψης των πραγμάτων, όχι μόνο στην πόλη μα και στην αγροτική ύπαιθρο.
΄Ενας άνεμος δημιουργικός πνέει παντού και το χωριό μας δεν αποτελεί εξαίρεση.
Είναι η εποχή που λαμβάνονται στους Κυνοπιάστες πολύ σημαντικές αποφάσεις. Αποφάσεις που αλλάζουν την όψη του χωριού, σε κεντρικά του σημεία, κυρίως γύρω από τις εκκλησίες του.
Η κεντρική εκκλησία της Υ.Θ. Ελεούσας, ήταν τότε, από το 1720, μια μεσαίου μεγέθους μονόκλιτη Βασιλική, με ένα μικρό κτίριο στα νότια, τη «λότζα» όπου στεγαζόταν από το 1826 το Σχολείο του χωριού, ενώ στα βόρεια βρισκόταν το κοιμητήριο των οικογενειών που είχαν συναδελφικά δικαιώματα εκεί (Οικ. Πουλημένου, Σουρβίνου, Ανυφαντή, Παϊπέτη, Τσαγκαρόπουλου, Μάζη κλπ.).
Ενα χαμηλό και μάλλον άτεχνο καμπαναριό ήταν πιθανότατα σε επαφή με το κτίριο της εκκλησίας στην αριστερή πλευρά της πρόσοψής της.
Η απόφαση του εκκλησιαστικού συμβουλίου στα  1894  ήταν ιδιαίτερα τολμηρή.
Προέβλεπε ανακατασκευή της εκκλησίας κρατώντας από τη μονόκλιτη Βασιλική, το πανέμορφο και καλοδουλεμένο πέτρινο τέμπλο του 1720, με τις εικόνες του και ένα τμήμα της τοιχοποιίας.

Το πέτρινο περίτεχνο τέμπλο της εκκλησίας της Υ.Θ. Ελεούσας
Στόχος να γίνει υπερδιπλάσιας χωρητικότητας καθώς ο πληθυσμός του χωριού είχε αυξηθεί σημαντικά.
Η ανοικοδόμηση της εκκλησίας της Υ.Θ. Ελεούσας γίνεται, εντυπωσιακά γρήγορα, πράξη.
Το μικρό κτίριο της «λότζας» κατεδαφίζεται όπως και το παλιό καμπαναριό, για να αποκτήσει η εκκλησία τα δύο επιπλέον κλίτη. Η αρχιτεκτονική όψη που παίρνει τότε ο νέος ναός, αλλά και οι εσωτερικές αψίδες που στηρίζουν το γυναικωνίτη, υποδηλώνουν την εμπλοκή ειδικού για τέτοιου είδους κατασκευές, μηχανικού ή αρχιτέκτονα.
Το αποτέλεσμα μετά από χρόνια επιμελημένων εργασιών, ήταν άριστο.
Το χωριό μας απέκτησε την εκκλησία που ονειρευόταν οι κάτοικοί του.
Πανέμορφη, άνετη, πραγματικό στολίδι για τους Κυνοπιάστες.
Όμως το έργο δεν είχε τελειώσει αν δεν ανοικοδομούσε και το αντίστοιχο καμπαναριό. Γαρουνιάτες μαστόροι, μοναδικοί στο είδος τους, στο δούλεμα της τουφόπετρας, σε σχέδια ειδικών τεχνικών, οικοδομούν ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Ένα πανύψηλο, καταπληκτικής τέχνης καμπαναριό, που ολοκληρώνεται, όπως αναφέρει και η εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή, το έτος 1900.
Λεπτομέρεια στο μαρμάρινο γλυπτό
Λίγα χρόνια μετά και καθώς η κεντρική είσοδος της εκκλησίας δεν είχε την μεγαλοπρέπεια του νέου οικοδομήματος, αποφασίζεται η κατασκευή του μαρμάρινου γλυπτού. Του γλυπτού που επιμελήθηκε ο Κατωγαρουνιάτης γλύπτης Στέφανος Καρδάμης, στα 1913 και προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο μοναδικότητας και ομορφιάς, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά αλλού.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το γλυπτό δουλεύτηκε σε πεντελικό μάρμαρο για να αντέξει ανέπαφο στο χρόνο, σύμφωνα και με τη σχετική απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε η δαπάνη των 1225 δραχμών, ιδιαίτερα μεγάλου ποσού για τα δεδομένα της εποχής.
Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1926, μεταφέρεται στον Αγ. Νικόλαο, το κοιμητήριο από το κέντρο του χωριού, που μετατρέπεται σε πλατεία, αφού προηγουμένως ένα μεγάλο τεχνικό έργο καλύπτει το μικρό ρέμα δίπλα στην εκκλησία που χώριζε το χωριό στα δύο.
Εκτιμάται ότι καθοριστικό ρόλο στα έργα αυτά, έπαιξε η οικογένεια του Δημάρχου Μεσοχωριτών Ανδρέα Παϊπέτη. Το όνομα του γιού του Σωκράτη Παϊπέτη, το βλέπουμε  ως δωρητή στην «ουρανία» του ναού στα 1909.

Στις άλλες εκκλησίες

Η μαρμάρινη επιγραφή πάνω από την κεντρική είσοδο του ναού του Αγίου Ιωάννη των Κυνοπιαστών μαρτυρεί ότι περί τα τέλη του 19ου αιώνα ανακαινίστηκε και αυτή η παλαιά  – πρό του 1500 - συναδελφική εκκλησία οικογενειών Σκιαδόπουλου και Μαζαράκη, χωρίς όμως να επεκταθεί. Ο ιερομόναχος στο ΄Αγιο ΄Ορος, ΄Ανθιμος Μαζαράκης, από οικογένεια που μετείχε στην αδελφότητα του ναού, συνέβαλε ουσιαστικά στο έργο. 
Η πανέμορφη και καλοσυντηρημένη εκκλησία του Αγίου Ιωάννη
Από καλοδουλεμένη τουφόπετρα είναι φτιαγμένα τόσο το καμπαναριό τη Αη Γιάννη, όσο και η κεντρική είσοδος της εκκλησίας. Με λιτές και απέριττες γραμμές και Δωρικά στοιχεία στην τεχνοτροπία της, η είσοδος, αρμονικά δεμένη με το σύνολο του ναού, αποτελεί υπόδειγμα τέχνης και υψηλής αισθητικής αντίληψης. Από την ίδια αντίληψη διαπνέεται και η διακόσμηση στα παράθυρα, τις άλλες εισόδους όσο και στο μπότζο (εξωτερική πέτρινη σκάλα) της εκκλησίας που οδηγεί στο γυναικωνίτη.
Εντοιχισμένη επιγραφή μαρτυρεί ότι και το καμπαναριό της μικρής εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα, πάλαι ποτέ κτητορικού ναού της οικογένειας Γιαννιώτη (1750), κατασκευάστηκε το 1898, επίσης από τουφόπετρα, με σχέδια σαφέστατα επηρεασμένα από το προϋπάρχον πιθανότατα καμπαναριό του Αγ. Νικολάου.
Στον Αγιο Νικόλαο, κτητορική εκκλησία των παμπάλαιων οικογενειών Δαφνή και Αρκούδη - τουλάχιστον από το 15ο αιώνα - αξιόλογη είναι η διακόσμηση της εισόδου, ενώ περίτεχνη είναι και η διακόσμηση στις κολώνες (κίονες) με κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού, που ευτυχώς διασώθηκαν ως τις μέρες μας (φωτο).
Πέτρινες κατασκευές με περίτεχνη διακόσμηση συναντάμε ακόμη στα καμπαναριά και όχι μόνο, τόσο στο μοναστήρι της Αγ. Παρασκευής όσο και στην εκκλησία της Αγίας Κυριακής στη Χρυσίδα. Χρονολογούνται ωστόσο στα τέλη του 18ου αιώνα, και φέρουν χαρακτηριστικά της τεχνοτροπίας της εποχής.
Λεπτομέρεια από το περίτεχνο πέτρινο τέμπλο της εκκλησίας της Υ.Θ. Ελεούσας, πάνω από την Ωραία Πύλη

Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι ότι οι πρόγονοί μας εφρόντιζαν τους χώρους λατρείας τους με αγάπη και αφοσίωση, δίνοντάς τους  μορφή που αντανακλά τα αισθήματά τους για την εκκλησία τους.
Σήμερα, η αισθητική, το μεράκι, η τέχνη και τα έργα των προγόνων μας είναι το καμάρι του χωριού μας.
Αν τους μοιάζαμε και λίγο στις σύγχρονες κατασκευές μας…

Στέφανος Πενηντάρχου Πουλημένος

Εντυπωσιακή εκδήλωση Λαϊκού Πολιτισμού στους Κυνοπιάστες

  • ΤΙΜΗΘΗΚΑΝ ΕΠΤΑ (7) ΚΥΝΟΠΙΑΣΤΙΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

  • ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ Ο ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΚΥΝΟΠΙΑΣΤΩΝ "ΓΕΙΤΟΝΙΑ"


Σπάνια, πηγαία και αυθόρμητη έκφραση λαϊκού πολιτισμού, χαρακτηρίστηκε από πολλούς των παρευρισκομένων η εκδήλωση που οργανώθηκε από την Ομάδας Πρωτοβουλίας για την Εστία Ιστορίας και Πολιτισμού των Κυνοπιαστών, την Κυριακή 7 Αυγούστου 2011, το βράδυ, στη γειτονιά «Δαφνάτικα» του χωριού, τόσο ως προς το σκέλος που αφορούσε την τιμή και αναγνώριση του σημαντικότατου έργου των επτά Κυνοπιαστινών συγγραφέων και ποιητών, όσο και ως το σκέλος της παρουσίασης των αυθεντικών παραδοσιακών τραγουδιών της Κέρκυρας από τον Πολυφωνικό Χορό «Γειτονία», που συγκροτήθηκε την άνοιξη στους Κυνοπιάστες.
Την εκδήλωση που παρακολούθησε με αδιάπτωτο ενδιαφέρον, αφοσίωση και με έντονη συγκινησιακή φόρτιση, πλήθος κόσμου, ντόπιοι και επισκέπτες, άνοιξε η Άννα Δαφνή, παρουσιάζοντας την πρωτοβουλία για την ιδιαίτερη, με μοναδικά χαρακτηριστικά, εκδήλωση. Αναφέρθηκε στις προσωπικότητες του χωριού, που για πρώτη φορά αναγνωρίζεται και τιμάται το έργο τους με τέτοιο τρόπο και εξήγησε τα της δημιουργίας και των σκοπών που θέλει να υπηρετήσει ο Πολυφωνικός Χορός «Γειτονία».
Τέλος παρουσίασε τους πολυάριθμους συντελεστές της εκδήλωσης:
Από τον Γιώργο Ανυφαντή που συντονίζει τον πολυφωνικό χορό, το Σπύρο Α. Πουλημένο που είχε την ευθύνη της όλης οργάνωσης και τις δημόσιες σχέσεις, το Στέφανο Πουλημένο που έχει την ευθύνη της έρευνας και τεκμηρίωσης όλων των στοιχείων τόσο για τα παραδοσιακά τραγούδια όσο και για τους τιμώμενους Κυνοπιαστινούς Συγγραφείς και Ποιητές μέχρι και τα μέλη του πολυφωνικού, το Δημήτρη Μεταλληνό που συνόδευσε στην κιθάρα αλλά και τους νέους και νέες του χωριού - κυρίως φοιτητές - που παρουσίασαν τους τιμώμενους και το έργο τους και τέλος την καθηγήτρια ΄Ελενα Βουσολίνου - Ανυφαντή στην απαγγελία ποίησης.

Ειδικότερα:
• Τον συγγραφέα - καθηγητή φιλοσοφίας στην Λειψία της Γερμανίας του μεσοπολέμου, Αριστοτέλη Πουλημένο, παρουσίασε η φοιτήτρια ΄Ολγα Σουρβίνου του Αριστοτέλη, που διάβασε και απόσπασμα από κείμενο του συγγραφέα το οποίο δημοσιεύτηκε στο φιλολογικό περιοδικό «Νουμάς» στην Αθήνα, το 1908.
• Τον συγγραφέα - ιστορικό Κώστα Δαφνή παρουσίασε ο Μαθητής Γ΄ Λυκείου Τάσος Δ. Δαφνής, που διάβασε και απόσπασμα από το βιβλίο του «Μέρες Πολέμου και Κατοχής» εκδ. 1966, και ειδικά το απόσπασμα που αναφέρεται στους Ιταλικούς βομβαρδισμούς στην πόλη, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1940.
• Τον συγγραφέα - καθηγητή Δημήτρη Πουλημένο, παρουσίασε η φοιτήτρια Ελλη Θ. Ανυφαντή, διαβάζοντας και απόσπασμα από βιβλίο του - έκδοση του 1932 - που αναφερόταν στην Ιερά παράδοση ως μία από τις βάσεις της ορθόδοξης πίστης.
• Το έργο του ποιητή Δημήτρη (Μίμη) Ι. Σουρβίνου, παρουσίασε ο σπουδαστής δημοσιογραφίας Βασίλης Σπ. Σουρβίνος, ενώ η φιλόλογος ΄Ελενα Βουσολίνου - Ανυφαντή διάβασε από την ποιητική συλλογή "Τεφροδόχος" (1985) το ποίημά του «Βαθύς ο θρόος».
• Το έργο του συγγραφέα - ιστορικού Γρηγόρη Δαφνή, παρουσίασε η φοιτήτρια Κατερίνα Πενηντάρχου - Πουλημένου, ενώ διάβασε και απόσπασμα που αναφερόταν στη δολοφονία του Καποδίστρια, από το βιβλίο του «Ιωάννης Καποδίστριας - Η γένεση του Ελληνικού κράτους».
• Τον συγγραφέα Φίλιππο Φιλίππου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Φίλιππου Πουλημένου) και το έργο του παρουσίασε ο μουσικός Χρήστος Θ. Παϊπέτης, ο οποίος και διάβασε απόσπασμα από το βιβλίο του «Οργισμένος έφηβος» με στοιχεία αυτοβιογραφίας, που αναφερόταν στην περιγραφή μιας προεκλογικής συγκέντρωσης στην Κέρκυρα, τον Οκτώβρη του 1961, όπως την έζησε ο ίδιος, όντας μαθητής της πρώτης τάξης του Γυμνασίου, λίγο πριν τη μετανάστευση της οικογένειάς του στην Αθήνα.
• Τέλος, τον καθηγητή, συγγραφέα και ποιητή Στέφανο Αλκ. Παϊπέτη και το έργο του παρουσίασε ο σπουδαστής δημοσιογραφίας Κωνσταντίνος Δ. Παϊπέτης, ενώ απόσπασμα από ένα ποίημά του που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Τα τραγούδια του κόσμου που αλλάζει» απέδωσε ο Στέφανος Πουλημένος.
 Φανερά συγκινημένος ο Στέφανος Παϊπέτης παρακολούθησε την εκδήλωση, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του και ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση των διοργανωτών, απηύθυνε χαιρετισμό, όπου χαρακτήρισε την τιμή που του έγινε από το χωριό του, ως την πιο σημαντική της ζωής του. Ομολόγησε δε ότι αισθάνεται πλέον, ακόμη πιο ισχυρούς τους δεσμούς με τους συγχωριανούς του και τον τόπο που γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια.
Στην εκδήλωση ακόμη παρέστησαν και την παρακολούθησαν γεμάτες συγκίνηση, η Αλεξάνδρα, σύζυγος του ποιητή Δημήτρη Σουρβίνου και η κόρη τους Ιφιγένεια, που ήρθαν από την Αθήνα.

Ο Πολυφωνικός Χορός «Γειτονία»


Ο Πολυφωνικός Χορός «Γειτονία» με συντονιστή τον Γιώργο Ε. Ανυφαντή, γνωστό από τη συμμετοχή του στην Κερκυραϊκή Τετραφωνία, απέδωσε τα κερκυραϊκά τραγούδια: «Μία παρέα είμαστε», το καθιστικό «Τα πάθη μου να γράψω», τα τραγούδια της αγάπης «Μια βαρκούλα θ' αρματώσω» και «Καλησπερίζω δυο καρδιές», το ευχετήριο τραγούδι σε νιόπαντρους «Ανέβηκα στην κερασιά», τα σε ρυθμό συρτού τραγούδια «Μαύρα μάτια» και «Έχεις μαλλιά τετράξανθα» και το επίσης τραγούδι της (ξεχασμένης) αγάπης «Νάχα μια ξέστα φαραώ».
Στην κιθάρα συνόδευσε ο Δημήτρης Μεταλληνός, ενώ «σόλο» τραγούδησαν οι: Γιώργος Ανυφαντής, Ελένη Πουλημένου, Ντίνα Παϊπέτη και Ελένη Τσαγκαρόπουλου.
Την εκδήλωση παρακολούθησαν ο Αντιπεριφερειάρχης Χρήστος Σκούρτης, ο πρώην πρόεδρος της Αναγνωστικής Εταιρείας Ανδρέας Παϊπέτης, οι αρχιμουσικοί της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας Σπύρος Προσωπάρης, της Φιλαρμονικής Κυνοπιαστών Γιώργος Αρκούδης, της Παιδικής Χορωδίας των Κυνοπιαστών Άρτεμη Πουλημένου, ο δημοσιογράφος του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΑΠΕ) και ψυχή των εκδόσεων «Αλκίνοος» Χρήστος Μέμμος - Κορφιάτης και πλήθος κόσμου, όλων των ηλικιών, που κατέκλυσε τα Δαφνάτικα των Κυνοπιαστών.
Ήρθαν αργότερα στο χωριό
Στον απόηχο της μοναδικής αυτής εκδήλωσης, επισκέφτηκε στις αρχές Σεπεμβρίου του 2011, τους Κυνοπιάστες, ο γιός του τιμηθέντος Δημοσιογράφου – Ιστορικού Κώστα Δαφνή, Ευγένιος, που είναι καθηγητής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο.
Ο Ευγένιος Δαφνής συναντήθηκε με τον, εκ των συντελεστών της εκδήλωσης, Στέφανο Πουλημένο, τον ευχαρίστησε για την τιμή που έκανε το χωριό στον πατέρα του, συνεχάρη για την διοργάνωση της μοναδικής αυτής βραδιάς λαϊκού πολιτισμού και του ανακοίνωσε την πρωτοβουλία του να επισκευάσει και να φροντίσει γενικότερα το πατρικό του σπίτι στα Δαφνάτικα.

Μερικές μέρες μετά, το χωριό – γενέτειρά του επισκέφτηκε και ο συγγραφέας Φίλιππος Φιλίππου (Φίλιππος Θεοτόκη Πουλημένος) και συναντήθηκε με τον Στέφανο Πουλημένο στο γραφείο του στους Κυνοπιάστες. Ευχαρίστησε τους συντελεστές της εκδήλωσης για την τιμή που του έκαναν και ανακοίνωσε ότι το επόμενο βιβλίο του θα αναφέρεται και στο χωριό, καθώς παρουσιάζει τη σχέση του Κυνοπιαστινού ιστορικού Κώστα Δαφνή με το νομπελίστα συγγραφέα Οδυσσέα Ελύτη.