Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2020

Του λιναριού τα βάσανα για αιώνες και στην Κέρκυρα

  • Τι αναφέρουν οι αρχειακές πηγές του 16ου και 17ου αι. αλλά και σύγχρονες μαρτυρίες

Η φράση «του λιναριού τα βάσανα» διαδεδομένη σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας που παρήγαγαν λινάρι, διασώθηκε ως την εποχή μας στην Λευκίμμη, όπου αναφέρεται ως προϊόν της τοπικής παραγωγής μέχρι τον 20ό αιώνα. Έρχεται να υποδηλώσει την βασανιστική διαδικασία από την οποία πρέπει να περάσει το φυτό του λιναριού ως την μετατροπή σε ίνα, κλωστή και ύφασμα.

Το λινάρι είναι ένα φυτό με όμορφα μπλέ λουλούδια, από το οποίο ο άνθρωπος ανακάλυψε ότι –αν το ταλαιπωρήσει αρκετά- μπορεί να βγάλει κλωστικές ίνες από τις οποίες κατασκευάζουμε τα λινά νήματα και υφάσματα. Οι ίνες του λιναριού είναι πολύ πιο ανθεκτικές από του βαμβακιού και το ύφασμα από λινό είναι πιο δροσερό, γι’ αυτό εξάλλου το προτιμούμε το καλοκαίρι. Ποια είναι όμως τα πάθη του λιναριού; 
Τα λινάρια όταν τα κόβουν, τα βουλιάζουν, τα μουλιάζουν στο νερό για περίπου είκοσι μέρες, σε περιοχές που ονομάζονται Βουλίστρες1. Ως τοπωνύμιο οι Βουλίστρες έχει διασωθεί σε διάφορες περιοχές του νησιού μία από τις οποίες βρίσκεται απέναντι από το αεροδρόμιο στη Χρυσίδα. Μετά το μούλιασμα τα λινάρια απλώνονται στον ήλιο για να στεγνώσουν. Ακολουθεί το μαγγάνισμα, με μια συσκευή, το μάγγανο, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι όργανο βασανιστηρίου του Μεσαίωνα. Θα το έχετε ακούσει ως πρώτο συνθετικό της λέξης μαγγανοπήγαδο, ή στην παράγωγη λέξη μαγγανεία που σημαίνει μηχανορραφία. Το μάγγανο λοιπόν, ζουλούσε το λινάρι και μετά σειρά είχε το σπάθισμα από όπου γίνονταν οι ίνες. Οι ίνες μετά λαναρίζονταν δηλαδή κάθε ίνα διαχωριζόταν, καθαριζόταν και παραλληλίζονταν με ειδικό εργαλείο και στο φινάλε με ειδικές ρόκες και ειδικές τεχνίτρες γινόταν το γνέσιμο το οποίο περιλάμβανε σάλιωμα και δάγκωμα για να γίνει η κλωστή λεπτή.
Ίχνη παραγωγής λιναριού στην Κέρκυρα καταγράφονται τουλάχιστον από την περίοδο της Ενετοκρατίας, με κάποια μικρή παραγωγή να αναφέρεται στη Λευκίμμη, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σποραδικά σε άλλες περιοχές του νησιού ως το 19402.
Για την ενετοκρατία υπάρχει πλήθος γραπτών μαρτυριών σε νοταριακές πράξεις των αρχών του 16ου αιώνα για την ευρύτερη περιοχή της Λευκίμμης, ενώ στις αρχειακές πηγές3, συνεχίζονται και τον επόμενο αιώνα (1626), με περιοχή αναφοράς την Χρυσίδα ή Κρησίδα και τις ειδικότερες θέσεις Βουλίστρες και Κασσαρά, παρά τις εκβολές του μικρού ομώνυμου ποταμιού στη λιμνοθάλασσα Χαλικιόπουλου.

Α.Ν.Κ. - Πράξη του νοτάριου Βούρτζη Β.175 (φωτο πάνω),  από έρευνα του Θεόδωρου Σκαλίτη

+1626 εμερες 26 του μαρτηου μινος ηστην περιοχη της κυράς της Καστανηας ηστο σποιτη του παπα Σταθη Κασαρα ο οποιος κιρ Γηοργιος Κασαρας σηνεφονοισε με τα τους παροντες Γηοργι Μηστου και κιρ Θεοδι Μοραητη και κιρ Διμιτριου Μεγαλογενοιου κατηκη ης το Βηρο  και βανη τους ανωθεν σητροφους ης της Βουληστρες οπερ εχη παχθομενες απο τον ανωθεν Κασαρα από τον μισερ Τζανη Φλοριον στην Κρισηδαν να της φιλανε η ανωθεν δια τη σοδιαν οπου ερχεται καλων και πηστων με την αληθηαν και απο το δεκατο ληναρι ηθελαν να περνουν να το εφερνουν ηστο λητριβηον του ανοθεν κιρ Γιοργη Κασαραν και οπερ ηθελε μεγγανη απο το αυτο ληναρι να πλερονη τι αποτημμεσι και ανησος και τους πατρονηαρον τα ποσα σολδια ης της βουληστρες οπηος τα ξοδιαν σηντα εβγανη απο τη μεση και οπηος υθελοντας να βρη σε τηποτες κλεψη αν να τονε βγάνοντας να χάνη τον γγόπον του και ουτος συνεφονησαν ης δεσμο τον αγαθον αυτου υπο μαρτηριας του κιρ Μιχαλη Φλαμπουριαρι και κιρ Δίμου Σιδερι.
 (μεταγραφή Ανδρέας Μαζαράκης)

Για τη δεύτερη, περιλαμβάνονται σχετικές πληροφορίες στα στατιστικά στοιχεία που συνέλεξε στο νησί, ο Γάλλος αξιωματικός Ντεκόρς, το 19174. Πιο συγκεκριμένα, μικρή παραγωγή λιναριού μαζί με καπνό, αναφέρεται στις Ριγγλάδες και τα Κρητικά. Το λινάρι χρησιμοποιείται επιτόπου σε επαγγέλματα εντελώς πρωτόγονα για την κατασκευή χονδροειδούς υφάσματος για το σπίτι.5 Ζωντανές μαρτυρίες αναφέρουν ακόμη μικρή παραγωγή λιναριού πριν από μερικές δεκαετίες, στην Χρυσίδα των Κυνοπιαστών αλλά και στον Αγ. Νικόλαο (πρώην Κολοκύθι), στο νότο του νησιού.
Σε ανάμνηση της παραγωγής λιναριού στην Κέρκυρα αναφέρονται σε διάφορες περιόδους, ως τις μέρες μας, το τοπωνύμιο Λιναμιά ή Λιναμιές, στη Λευκίμμη (μεταξύ Περιβολίου και Ριγγλάδων), στο Χλωμό, στους Καστελλάνους Μέσης και στους Κυνοπιάστες, όπου εκτός του τοπωνυμίου υπάρχει και σήμερα το επώνυμο Λιναράς.
Αξίζει να αναφερθεί ότι βιομηχανική επεξεργασία του λιναριού γινόταν στο εργοστάσιο ΔΕΣΥΛΛΑ στην Κέρκυρα. Το εργοστάσιο «Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης» ιδρύθηκε το 1871 από τον Αλέξανδρο Δεσύλλα και επεξεργαζόταν καννάβι, λινάρι και γιούτα, που, κατά βάση, εισάγονταν από την Ινδία, το Πακιστάν και τις Φιλιππίνες. Η τεράστια αυτή μονάδα την εποχή της ακμής της απασχολούσε γύρω στους 1500 εργάτες. Διέκοψε τη λειτουργία της το 1982 και έκλεισε οριστικά το 1985.

Από την αρχαιότητα

Το λινάρι είναι ένα από τα αρχαιότερα φυτά που καλλιέργησε ο άνθρωπος με σκοπό την κατασκευή νημάτων για την παραγωγή υφασμάτων. Έδωσε μάλιστα, όπως αναφέρεται στα Ομηρικά Έπη6, το όνομά του στα προϊόντα που παράγονται από αυτό. Την κλωστή, το νήμα και την σινδόνα.
Πέραν, όμως, από τη χρήση του σαν κλωστικό φυτό, έγινε ιδιαίτερα γνωστό και για τις θεραπευτικές ιδιότητες των σπόρων του. Η μεγάλη σημασία αυτού του αρχαίου ιατρικού φυτού φαίνεται, άλλωστε, και από τη λατινική του ονομασία linus usitatissimus, που σημαίνει «λινάρι το χρησιμότατο».
Η ελαφρά γλυκιά γεύση τους σε συνδυασμό με την υψηλή περιεκτικότητά τους σε ωφέλιμα για την υγεία θρεπτικά συστατικά καθιστούν τους σπόρους του λιναριού μια σύγχρονη θαυματουργή τροφή, η οποία δεν θα πρέπει να λείπει από το σύγχρονο διαιτολόγιο του ανθρώπου.
Ο λιναρόσπορος και το λάδι που προκύπτει από την έκθλιψή του -το λιναρέλαιο- έχουν σημαντικές αντιοξειδωτικές ιδιότητες.

Λινάρι: Μια ξεχασμένη καλλιέργεια με μεγάλες προοπτικές

Το λινάρι (Linum usitatissimum) είναι ένα φυτό που ανήκει στην οικογένεια Linaceae. Καλλιεργούνται δύο τύποι λιναριού:
- Το λινάρι που καλλιεργείται για την παραγωγή σπόρου από τον οποίο παράγεται έλαιο. Το είδος αυτό είναι βραχύκορμο.
- Το λινάρι που καλλιεργείται για παραγωγή ινών. Το είδος αυτό είναι πιο υψηλόκορμο και με μικρότερο αριθμό διακλαδώσεων.
Το λινάρι είναι φυτό που κατάγεται από περιοχές της Ασίας και ίσως από τις Ινδίες. Η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα λιναριού στον κόσμο με 250-300.000 τόνους ετησίως, που αποτελεί το 25% της παγκοσμίου παραγωγής. ΄Αλλες χώρες που καλλιεργούν λινάρι είναι η Γαλλία, οι Ινδίες, η Λιθουανία.
Στην Ελλάδα η καλλιέργεια είναι μικρή και κυρίως καλλιεργείται στη Μεσσηνία, κυρίως για παραγωγή λιναρόσπορου. Το κλίμα αν και δεν ευνοεί πολύ την παραγωγή πολύ καλής ποιότητας ίνας και γι' αυτό σήμερα δεν καλλιεργείται στην Ελλάδα, το λινάρι που έχει σκοπό την παραγωγή ινών.

Πηγές:
1. Μιχάλη Χρυσικόπουλου, Πρακτωρίας Λεύχημου, ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο, Λευκίμμη 2009, σελ. 96
2. Προσωπική μαρτυρία του Κώστα Δ. Πουλημένου, ετών 90, στους Κυνοπιάστες, στις 13 Ιουλίου 2020.
3. Μιχάλη Χρυσικόποιλου, Μοναστηριώτης Κωνσταντίνος, νοτάριος Λευκίμμης, σωζόμενες πράξεις 1506 -1516, Λευκίμμη 2010
4. Ο Ντεκόρς ήταν Γάλλος αξιωματικός Διοίκησης, προϊστάμενος της Υπηρεσίας Τροφοδοσίας του Γαλλικού στρατού στην Κέρκυρα, όπου έκανε απογραφή του αγροτικού πλούτου του νησιού, το 1917
5. Ο Αγροτικός Πλούτος της Κέρκυρας, έκδοση ΟΚΕΣΑ, Αθήνα 2000, σελ. 77
6. Ομήρου Ιλιάδα, Υ 128 και Ω 210
Και πληροφορίες από 
http://www.kolivas.de/archives/369706

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2020

Κυνοπιάστες, 1853: Πώς ενέκριναν άνοιγμα "θυρών και παραθύρων" αλλά και κατασκευή "ανωγείου επί χαμογείων"

Μερικές από τις δομές και λειτουργίες του Ιονίου Κράτους (1816 -1864, περίοδος Αγγλοκρατίας) εντυπωσιάζουν για την αποτελεσματικότητά τους ακόμη και σήμερα. Είναι δε χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο χειριζόταν ζητήματα της καθημερινής ζωής των μικρών κοινωνιών στην ύπαιθρο Κέρκυρα, όπως είναι η προσθήκη ενός ορόφου σε ισόγεια οικοδομή ή το άνοιγμα πόρτας και παραθύρων προς την πλευρά του κοινόχρηστου δρόμου. 


Για την άσκηση αποτελεσματικής διοίκησης είχαν χωρίσει τότε, το νησί σε ενότητες.  
Η πρώτη ανθρωπογεωγραφική κατανομή, πρόγονος των δήμων που κατά καιρούς συγκροτήθηκαν, συντελέστηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1850, όταν με κοινοβουλευτική πράξη η Ιόνιος Βουλή συνέστησε τα «Περιοχικά Επιχώρια Συμβούλια». Οι Κυνοπιάστες συμπεριλήφθηκαν στο Περιοχικό Επιχώριο Συμβούλιο Μέσης Κέρκυρας. 
Μέσα στις αρμοδιότητές των συμβουλίων αυτών ήταν και θέματα που θα τα ορίζαμε σήμερα ως πολεοδομικά τα οποία χειριζόταν στη βάση - εκτός της όποιας νομοθεσίας - και της κοινής λογικής.
Μια τριμελής επιτροπή του Περιοχικού Επιχώριου Συμβουλίου αποτελούμενη από τον Νικόδημο Δροσόπουλο, ως Πρόεδρο και τους Τμηματικούς Συμβούλους Χριστόδουλο Πουλημένο του ποτέ Εμμανουήλ και Αρσένιο Κοντό του Δημητρίου, έκανε επιτόπιο έλεγχο και αποφάσιζε με πράξη της επί του αιτήματος του πολίτη - κατοίκου του χωριού.

Ας δούμε δύο σχετικές πράξεις της επιτροπής του Περιοχικού Επιχώριου Συμβουλίου Μέσης, το 1853, επί δύο αιτήσεων του Νικολάου Σκιαδόπουλου του Αντωνίου ιδιοκτήτη κατοικίας  στους Κυνοπιάστες.
  • Στην πρώτη, η Επιτροπή κάνει δεκτό το αίτημα του πολίτη "να ανοίξη μίαν θύραν και εν παράθυρον εις το οσπίτιον ονομαζόμενον Νιάχου εις την άνωθεν Κώμην" με το σκεπτικό ότι αφού "δεν κατέχει ούτε στενώνει τον Δημόσιον δρόμον του χορηγεί την ζητηθείσαν άδειαν".
  • Στην δεύτερη, η Επιτροπή κάνει δεκτό το αίτημα του ιδίου "να εγείρει ανώγειον επί δύο χαμογείων" και να ανοίξει δύο παράθυρα στον Δημόσιο δρόμο και ένα παράθυρο στην πίσω πλευρά, με το ίδιο σκεπτικό.
Ο χειρισμός και των δύο υποθέσεων θα μπορούσε να λειτουργήσει και σήμερα για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυθαιρεσιών αλλά και κατασκευών που δεν είναι σύμφωνες με τους κανόνες που ισχύουν στον παραδοσιακό οικισμό των Κυνοπιαστών.


Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

Ο Λάμπρος Λιάβας μιλά για το βιβλίο "Τα τραγούδια της Κέρκυρας" του Στέφ. Πουλημένου

https://www.youtube.com/watch?time_continue=674&v=Rf8AQrpfVS8&feature=emb_logo

Θερμή υποδοχή για ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ καί στην Αθήνα!



Με ιδιαίτερη επιτυχία έγινε το Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020, στην Αθήνα η έκτη κατά σειρά, παρουσίαση του βιβλίου του Στέφανου Πουλημένου «Τα τραγούδια της Κέρκυρας μέσα από τα λαϊκά δρώμενα και τις παραδόσεις της».


Στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο σύλλογος Φαιάκων Ένωση, στον πολυχώρο POLIS ART, στη Στοά του Βιβλίου, στο Κέντρο της Αθήνας, κεντρικός ομιλητής ήταν ο καθηγητής εθνομουσικολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Λάμπρος Λιάβας, ευρύτατα γνωστός από την παραγωγή και παρουσίαση της δημοφιλούς εκπομπής της ΕΡΤ1, «Το αλάτι της γης».
Ο κ. Λιάβας κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού που είχε γεμίσει την αίθουσα, περιγράφοντας με θερμά λόγια το περιεχόμενο, τη γλώσσα, την μεθοδολογία, την πληρότητα και την τεκμηρίωση της ερευνητικής δουλειάς του Στέφανου Πουλημένου, αλλά και την ποιότητα της έκδοσης του βιβλίου από τις εκδόσεις CorfuPress και εξήγησε γιατί δεν πρέπει να λείψει αυτό από κανένα κερκυραϊκό σπίτι.
Την παρουσίαση του βιβλίου χαιρέτησαν, εκτός από την πρόεδρο της Φαιάκων Ένωσης, Έφη Μαχειμάρη, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Κερκυραϊκών Συλλόγων Αττικής (ΟΣΚΑ) Γιάννης Παργινός, η πρώην βουλευτής Φωτεινή Βάκη, η επικεφαλής της ΛΑΣΥ Ι.Ν. Αλεξάνδρα Μπαλού, ο εκπρόσωπος του Βουλευτή Σωτ. Γκίκα, Θωμάς Σούλος, η Περιφερειακή Σύμβουλος Αττικής Χρυσάνθη Αυλωνίτη, ο ομ. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών Στέφανος Παϊπέτης, ο ναύαρχος ε.α. Αντώνης Σουρβίνος, ο αγγειοχειρουργός Νίκος Παγκράτης, κερκυραίοι συγγραφείς και ποιητές, όπως ο Φίλιππος Φιλίππου, ο Χρήστος Δούλης, ο Κωνσταντίνος Γεωργάτος κ.ά. αλλά και πολλοί εκπρόσωποι συλλόγων Κερκυραίων της Αττικής.
Στο ξεκίνημα της εκδήλωσης, παραδοσιακά κερκυραϊκά τραγούδια απέδωσε η χορωδία Φαιάκων Ωδή, ενώ προβλήθηκε και εξάλεπτο βίντεο με αντιπροσωπευτικό δείγμα του μεγάλου πλούτου τραγουδιών της χιλιόχρονης λαϊκής μουσικής παράδοσης του νησιού.


Πατώντας το λινκ που ακολουθεί μπορείτε να δει την ομιλία του καθηγητή κ. Λάμπρου Λιάβα για το βιβλίο του Στέφανου Πουλημένου.
https://www.youtube.com/watch?time_continue=674&v=Rf8AQrpfVS8&feature=emb_logo

Καί στη Λευκίμμη


Η επόμενη παρουσίαση του βιβλίου με «Τα τραγούδια της Κέρκυρας» θα γίνει στη Λευκίμμη, στην αίθουσα εκδηλώσεων του 2ου Δημοτικού Σχολείου, στις Ριγγλάδες, το Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020, στις 6.30 το απόγευμα. Την παρουσίαση διοργανώνουν η Μουσική Καλλιτεχνική Ένωση Λευκιμμαίων, η Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκίμμης και η Χορωδία Λευκίμμης.

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Η ομιλία του ιστορικού Δημ. Ζυμάρη για το βιβλίο του Στέφ. Πουλημένου "Τα τραγούδια της Κέρκυρας"

Στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Στέφανου Πενηντάρχου Πουλημένου «ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ μέσα από τα λαϊκά δρώμενα και της παραδόσεις της», στο αμφιθέατρο 1 του  Ιονίου Πανεπιστημίου, στις 22.11.2019, ένας εκ τών ομιλητών ήταν ο ιστορικός - φιλόλογος Δημήτρης Ζυμάρης (φωτο).
Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Δημ. Ζυμάρη έχει ως εξής:

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι,
Κατ’ αρχάς, επιτρέψτε μου να ευχαριστήσω τον αγαπητό φίλο Στέφανο Πουλημένο για την ευγενική του πρόσκληση να μιλήσω απόψε, ανάμεσα μάλιστα σε δυο καταξιωμένους και πολύπειρους, ειδικούς επί του θέματος, εισηγητές. Επίσης, επιτρέψτε μου να εκφράσω τη χαρά και τη συγκίνησή μου διότι μετά από πολλά χρόνια, λαμβάνω ξανά το λόγο -με άλλους όρους είναι η αλήθεια- στο αμφιθέατρο του Τμήματος Ιστορίας, όπου σπούδασα.
Για το βιβλίο θα μπορούσα να πω πάρα πολλά, διότι παρακολουθώ την σταδιακή δημιουργία του σχεδόν από το ξεκίνημά του, και διότι με τον αγαπητό Στέφανο γνωριζόμαστε πάνω από 25 χρόνια, απ’ όταν εκείνος νέος εκδότης της εφημερίδας Η Κέρκυρα Σήμερα κι εγώ ανήσυχος φοιτητής, αγωνιούσαμε, μεταξύ άλλων, για τη στέγαση του Ιονίου Πανεπιστημίου στο Π. Φρούριο… Εντούτοις, δεν επιθυμώ να σας κουράσω, γι’ αυτό θα είμαι πολύ σύντομος.
Έτσι κι αλλιώς, είναι ακατόρθωτο να μπορέσει κανείς, έστω και να θίξει, μέσα σε δέκα λεπτά, ακόμη και τα περιεχόμενα ενός βιβλίου που πραγματεύεται χιλίων χρόνων τραγούδια και δουλεύεται συστηματικά τόσον καιρό! Για αυτό, ζητώ εκ των προτέρων την επιείκειά σας.


Τεκμηριωμένη και εμπλουτισμένη συλλογή


Το βιβλίο ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ είναι ιδιαίτερα σημαντικό για πολλούς λόγους.
Κατά πρώτον, διότι έρχεται να προστεθεί ως ένας ακόμη κρίκος στη μακρά αλυσίδα των εκδοτικών προσπαθειών καταγραφής της τοπικής μας δημοτικής ποίησης. Οι Μανούσος, Ζαμπέλιος, Κοντός, Μαρτζούκος, Σαλβάνος, Μπουνιάς, Τζώρα, Πακτίτης, Χυτήρης, Κλήμης, Σγούρος, Κάντας κ.α. με τελευταίο τον αείμνηστο Σπύρο Τζήλιο, είναι κάποιοι από εκείνους που συνέλεξαν και δημοσίευσαν εντυπωσιακό υλικό, το οποίο φυσικά αξιοποιείται στο  ανά χείρας βιβλίο.
Κατά δεύτερο όμως, και κυριότερο λόγο, το βιβλίο είναι σημαντικό, διότι αυτήν την πηγαία λαϊκή ποίηση, μάς την προσφέρει σήμερα τεκμηριωμένη και εμπλουτισμένη, παρουσιάζοντάς την μ’ έναν μεθοδικό, όσο και πρωτότυπο τρόπο.
Ουσιαστικά πρόκειται για έναν πολυσύνθετο και καλά δουλεμένο τόμο 420 σελίδων, αποτελούμενο από δύο μέρη: Θα ξεκινήσω αντίστροφα, από το δεύτερο μέρος, το οποίο αποτελεί την κύρια πρωτοτυπία του βιβλίου (καθώς στις 100 σελίδες του δημοσιεύεται η μουσική καταγραφή ενενήντα μιας μελωδιών από τον γνωστό και σεμνό, πολύ αγαπητό Κερκυραίο συνθέτη Σπύρο Τσιλιμπάρη). Μάλιστα, αρκετές απ’ αυτές τις μελωδίες παίρνουν για πρώτη φορά τη μορφή μουσικού κειμένου. Όμως, δυστυχώς είμαι εντελώς αναρμόδιος να πω περισσότερα, και άλλωστε θα μιλήσει γι’ αυτό το πολύτιμο κεφάλαιο ο αγαπητός Κώστας Καρδάμης.


Προσεκτικά δομημένη σύνθεση

Θα εστιάσω, λοιπόν, στο πρώτο, 280 σελίδων, μέρος, το οποίο ξεκινά με ένα εκτενές ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο, που μας τοποθετεί στο χώρο και στο χρόνο, παρουσιάζοντας τις ξεχωριστές συνθήκες που έζησε το νησί μας και που συνέβαλαν -εκτός των άλλων- στη διαμόρφωση των δημοτικών μας τραγουδιών.
Στη συνέχεια, παρατίθενται κατατοπιστικά στοιχεία για τον υλικό πολιτισμό, για τη γλώσσα μας, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμά μας, ενώ δίνεται ξεχωριστή έμφαση στη μουσική, στα τραγούδια και στα μουσικά όργανα.
Ακολουθούν δεκαπέντε κεφάλαια όπου δημοσιεύονται και αναδεικνύονται ισάριθμες κατηγορίες τραγουδιών: Ακριτικά, Παραλογές, νεότερα αφηγηματικά, της Αγάπης, του Γάμου, Νανουρίσματα, της Αγροτικής ζωής, της Ξενιτειάς, λαϊκοθρησκευτικά, της Αποκριάς, των Πανηγυριών, το τραγούδι του Κλήδονα, Μοιρολόγια και Χαροντικά.
Όμως, δεν πρόκειται για μια απλή συγκέντρωση και παράθεση τραγουδιών (που κι αυτή από μόνη της αποτελεί κοπιαστική εργασία). Πρόκειται για μια προσεκτικά δομημένη σύνθεση ιστορικών, λαογραφικών, φιλολογικών, ανθρωπολογικών και άλλων στοιχείων, που αναφύονται γύρω από αυτά τα τραγούδια, τα ζωντανεύουν, τα τεκμηριώνουν και μας τα προσφέρουν ως ένα ελκυστικό ανάγνωσμα και εν δυνάμει ακρόαμα. 


Πολύχρωμο και πολυεπίπεδο μωσαϊκό μνήμης κι αγάπης


Ουσιαστικά, μας προσφέρουν έναν μίτο που μας συνδέει τόσο με το κοινό αρχαιοελληνικό και βυζαντινό παρελθόν μας, το οποίο μάλιστα είναι εκπληκτικό πως επιβιώνει σε πολλά στοιχεία του βίου μας, με ιδιάιτερα αυθεντικό τρόπο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε ότι η Κέρκυρα υπήρξε για αιώνες όριο και άκρο της βυζαντινής επικράτειας.
Όχι όμως, μόνον κάθε κεφάλαιο, αλλά και πολλά από τα τραγούδια, το καθένα ξεχωριστά, συνοδεύονται από διαφωτιστικές πληροφορίες που διαμορφώνουν ένα πολύχρωμο και πολυεπίπεδο μωσαϊκό μνήμης κι αγάπης.
Έτσι, στις σελίδες του, θα συναντήσουμε τον καταγραφέα ενός τραγουδιού που θρηνεί για τον χαμένο παράδεισο, κι εντοπίστηκε  σ’ ένα νοταριακό έγγραφο του 1616, χάρη στον δεινό ερευνητή κ. Ανδρέα Μαζαράκη, θα ακούσουμε τον Εμμανουήλ Θεοτόκη στα 1827 να σχολιάζει το «…ένστικτο της ακοής για τους σχηματισμούς τέλειων συγχορδιών…»,  όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος τονίζει, θα δούμε μέσα από το ρομαντικό βλέμμα της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ και του Χρηστομάνου να θαυμάζουν τις κοπέλες που τραγουδούσαν και χόρευαν κάτω από τις ελιές,  αλλά και μέσα από τη ματιά του Κερκυραίου ποιητή Μαρτινέλλη, ο οποίος καταγράφει λεπτομερέστατα σε ποίημά του ένα πανηγύρι στην ύπαιθρο Κέρκυρα του 19ου αι. Και θα φτάσουμε ως τον Λόρενς Ντάρελ, ο οποίος περιγράφει τα ταμπουρλονιάκαρα που βλέπει κι ακούει στην Κασσιόπη, μόλις το 1937, 82 χρόνια πριν...
Όσα παραπάνω ανέφερα, αποτελούν ελάχιστα ενδεικτικά στοιχεία από την πλούσια τεκμηρίωση.
Από εκεί και πέρα όμως, αξίζει να θυμηθούμε ότι μέσα από τα τραγούδια αυτά καθαυτά, επιστέφουμε στις πηγές του νεοελληνικού λόγου. Στις ρίζες του μεγάλου δέντρου της νεοελληνικής ποίησης που έχουν ποτιστεί από τον ιδρώτα και τα δάκρυ εκατομμυρίων ανώνυμων ξωμάχων. Αυτού του ποιητικού δέντρου από το οποίο γεύτηκε τους καρπούς του ο Διονύσιος Σολωμός  κι εμπνεύστηκε το ανυπέρβλητο ποιητικό του έργο.


Φυσικοί φορείς του αρχεγόνου λόγου και των νοημάτων του

Αλλά, το στοιχείο που νομίζω πως συγκινεί περισσότερο, είναι ότι οι άνθρωποι εκείνοι, όπως επίσης όσες και όσοι διασώζουν αυτά τα ακούσματα και τα τραγουδούν ως τις μέρες μας, ουσιαστικά αποτελούν οι ίδιοι φυσικούς φορείς του αρχεγόνου λόγου και των νοημάτων του.
Γιατί τα τραγούδια δεν είναι μόνο ήχοι. Είναι Λόγος. Είναι το καθρέφτισμα της συλλογικής ψυχής, των νοοτροπιών, των φόβων, των επιθυμιών, της αγωνίας και της ελπίδας των ανθρώπων. Και όχι μόνον, αλλά εκφράζουν -στο υπόβαθρό τους- αρχαιότατες πεποιθήσεις. Για παράδειγμα, το αρχέτυπο του πολυμήχανου Οδυσσέα, επανέρχεται, μ’ έναν τρόπο, μέσα στο βιβλίο, στο σημείο που ο Γιαννάκης, «μάισας υγιός», χρησιμοποιεί την πονηριά-μεταμφίεση για να κυριεύσει το κάστρο της Ωριάς.
Και πάλι το αρχέτυπο από τη σκοπιά του πολυβασανισμένου Οδυσσέα, το συναντάμε στο τραγούδι ο Γιάννης Σκλάβος, όπου η δύναμη της νοσταλγίας οδηγεί τον σκλάβο στην απελευθέρωσή του, ύστερα από 12 ολόκληρα χρόνια στο κάτεργο.
Κι αφού πρώτα περάσει τη δοκιμασία της αναγνώρισης από τον πατέρα του (Θυμηθείτε το αντίστοιχο στιγμιότυπο μεταξύ Οδυσσέα και Λαέρτη) κατορθώνει την τελευταία στιγμή να γλιτώσει τη γυναίκα του από έναν άδικο γάμο.
Εδώ μάλιστα, το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι δεν πρόκειται μόνον για αρχαίο μύθο, αλλά οι περιπέτειες αυτές της σκλαβιάς, επιβεβαιώνονται και από τα νοταριακά έγγραφα του 16ου αιώνα, όταν για αρκετά χρόνια μετά την οθωμανική πολιορκία της Κέρκυρας του 1537, αναφέρονται επιστροφές στο νησί μας, ανθρώπων που τους θεωρούσαν νεκρούς. Κι όταν εκείνοι, επιτέλους, μετά από -φανταστείτε τι περιπέτειες- επέστρεφαν, έβρισκαν της συζύγους τους ξαναπαντρεμένες και το σπιτικό τους ξένο. Και τα διεκδικούσαν!
Ένα άλλο βαθύ και σκληρό τραγούδι και με πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση, είναι ο Έρικκας, το οποίο αφορά το ιστορικό πρόσωπο του Ερρίκου της Φλάνδρας, του δεύτερου Λατίνου Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, (1206-1216). Η μυθοποιημένη ιστορία αυτού του ανθρώπου, έφτασε να τραγουδιέται από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά από αγράμματες γυναίκες της Κέρκυρας μέχρι της μέρες μας! 800 ολόκληρα χρόνια μετά! Και μάλιστα στο τραγούδι αυτό, η δια της βίας σύζυγος του Βασιλιά, η Ελένη, με δόλο τον δολοφονεί και μετά επιστρέφει στο πατρικό της, προσφέροντας λάφυρο στον πατέρα της την κεφαλή του Ερίκκου.
Ας σκεφτούμε, για μια στιγμή, πόσα νοήματα για τις προαιώνιες  σχέσεις των  ανθρώπων από ανθρωπολογική αλλά και ψυχαναλυτική ακόμα σκοπιά μπορούν να αναπτυχθούν γύρω από αυτό το αφήγημα και μόνον! Δυστυχώς, λόγω χρόνου δεν μπορώ να σας πω περισσότερα για αυτό το συναρπαστικό ταξίδι που εναπόκειται στον καθένα μας να επιχειρήσει, με σταθμό και αυτό το βιβλίο, στο οποίο διαπιστώνει κανείς έναν ιδιαίτερο  τρόπο παρουσίασης, διότι συχνά ενέχει και τον χαρακτήρα του έγκυρου δημοσιογραφικού λόγου.
Γιατί, όσοι ξέρουμε τον Στέφανο, θα τον δούμε συχνά στο βιβλίο του να αναζητά μια κρυμμένη πληροφορία και να μας περιγράφει με κρυφή ικανοποίηση τη διαδικασία μιας μικρής ανακάλυψης.


΄Υμνος στη δύναμη της συλλογικότητας

Κλείνοντας, θέλω μόνον να τονίσω δυο ακόμη στοιχεία. Το πρώτο είναι ο ύμνος στη δύναμη της συλλογικότητας. Αυτήν άλλωστε, προτάσσει και ο ίδιος ο συγγραφέας, στη συγκινητική αλλά και ουσιαστική αφιέρωση του: «στη μνήμη όλων όσοι έπλασαν, τραγούδησαν, συνόδευσαν με τα μουσικά τους όργανα, χόρεψαν, ερεύνησαν, κατέγραψαν και διέσωσαν τα τραγούδια της χιλιόχρονης λαϊκής μουσικής παράδοσης της Κέρκυρας». Με την αφιέρωση αυτή, ο Στέφανος τιμά ακριβώς τη μνήμη δεκάδων γενεών των προγόνων μας, που αν και ανώνυμοι, συνδιαμόρφωσαν την πεμπτουσία του λαϊκού λόγου, στην πιο αυθεντική συλλογική και κοινωνική του διάσταση.
Και το δεύτερο στοιχείο, είναι ο ύμνος της  βιωματικής σχέσης (που από ό,τι μόλις είδαμε, διατηρείται αρκετά ισχυρή), και της αγάπης. Αγάπης οποιασδήποτε μορφής. Ερωτικής, συγγενικής, φιλικής, εν τέλει της αγάπης ως θεμελιώδες κίνητρο ζωής και δημιουργίας. Αυτή η αγάπη είναι η δύναμη που αναμφίβολα οδήγησε τον Στέφανο, όπως κι αρκετούς άλλους ευαίσθητους ανθρώπους να συγκεντρώσουν αντίστοιχο λαογραφικό υλικό.
Διότι, εκτός από τους ανώνυμους δημιουργούς, υπάρχουν και αρκετοί επώνυμοι Κερκυραίοι που τους αξίζει μια ξεχωριστή τιμή, καθώς συνέλεξαν αξιολογότατο υλικό, αλλά για διάφορους λόγους δεν κατόρθωσαν να το δημοσιεύσουν…  
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο καθένας μας ως άτομο, αλλά και ως εκπρόσωπος του φορέα στον οποίον πιθανόν μετέχει, οφείλουμε να συμβάλουμε στην ανάδειξη όλων αυτών των στοιχείων που περιμένουν τη σειρά τους να αναβιώσουν.
Ένας από τους αυτοδίδακτους λαογράφους, ήταν ο αείμνηστος Σπύρος Α. Χανδρινός, πολύ αγαπημένος μου φίλος, άνθρωπος με σπάνια ποιότητα, που αφιέρωσε τη ζωή του και την καταξίωσε, με την καταγραφή των τραγουδιών και πολλών άλλων παραδόσεων των Αυλιωτών, του χωριού μου.
Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να αφιερώσω την αποψινή μου εισήγηση, ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη του.
    Σας ευχαριστώ πολύ!

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

Η ομιλία του Κώστα Καρδάμη, στην παρουσίαση του βιβλίου του Στέφανου Πουλημένου, «Τα τραγούδια της Κέρκυρας μέσα από τα λαϊκά δρώμενα και τις παραδόσεις της»

Στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Στέφανου Πουλημένου "Τα τραγούδια της Κέρκυρας, μέσα από τα λαϊκά δρώμενα και τις παραδόσεις της", ένας από τους τρεις ομιλητές ήταν ο Κώστας Καρδάμης (φωτο), μουσικολόγος, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου και συστηματικός ερευνητής και μελετητής της μουσικής ιστορίας της Κέρκυρας.

Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του έχει ως εξής:




Αξιότιμες Κυρίες και Αξιότιμοι Κύριοι,
όταν προ ενός και πλέον μηνός κατά τη συνηθισμένη σάρωση των προθηκών των κερκυραϊκών βιβλιοπωλείων εντόπισα το βιβλίο του Στέφανου Πουλημένου “Τα τραγούδια της Κέρκυρας μέσα από τα λαϊκά δρώμενα και τις παραδόσεις της” αφενός χάρηκα ιδιαίτερα με το γεγονός και αφετέρου το απόκτησα την ίδια στιγμή. Σίγουρα, όμως, δεν ξαφνιάστηκα με την έκδοση, αφού ο αγαπητός Στέφανος με είχε κάνει, αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν, κοινωνό των σκέψεων και των προβληματισμών του, ενώ παρακολουθούσα από τα ΜΜΕ και τις ζωντανές παρουσιάσεις του τη θέρμη με την οποία έδινε, πάντοτε με ζέση νεοφώτιστου, όλο τον εαυτό του στην ανάδειξη και μεταλαμπάδευση της φωνητικής μουσικής της κερκυραϊκής υπαίθρου. Η οργανωμένη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της τόσο συνεπούς ενασχόλησής του με το αντικείμενο σε μορφή βιβλιογραφικής έκδοσης μού φάνηκε τόσο αυτονόητη όσο και ο σχεδόν δεκαετής αγώνας του επί του θέματος. Όταν μετά από μερικές ημέρες, και αρκετό κυνήγι στο τηλέφωνο..., ο Στέφανος μου πρότεινε να είμαι εδώ απόψε μαζί σας για να πω δύο από καρδίας κουβέντες για το βιβλίο του δεν υπήρχε περίπτωση να μη δεχθώ την τιμή, ούτε ως κοντοχωριανός του, ούτε ως Κερκυραίος, αλλά ούτε και ως άνθρωπος που έχει θέσει εαυτόν στην υπηρεσία της ακαδημαϊκής έρευνας.

Βιωματικές καταγραφές

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, μια βιωματική έναρξη: κάθε καλοκαίρι ευρισκόμενος στον κήπο του πατρικού μου σπιτιού στο Αλεποχώρι ακούω απόηχους από τις μουσικές των διαφόρων πανηγυριών της ευρύτερης περιοχής, πολλές φορές πάνω από ένα ταυτόχρονα (εξαρτάται την περίοδο). Πιο πριν κατά κανόνα οδηγώντας, έχω προσέξει, είτε σε αφίσες είτε σε πανό, τα πανηγύρια αυτά να χαρακτηρίζονται ως «παραδοσιακά» και να μάς καλούν σε «πατροπαράδοτα έθιμα». Καίτοι αχνοί (ή δυνατότεροι, εξαρτάται από τη φορά του ανέμου) οι προαναφερθέντες απόηχοι της καλοκαιρινής νύκτας στο αυτί μου έρχονται σε αντίθεση με τις διαβεβαιώσεις των αφισών και των πανό: από επαγγελματική διαστροφή ψάχνω να βρω κερκυραϊκό ήχο στα τραγούδια και τους χορούς και το ποσοστό (σε διάρκεια και αριθμό) των κερκυραϊκών ακουσμάτων δεν υπερβαίνει το 2 με 3%. Πού η παράδοση, λοιπόν, και που το πατροπαράδοτο;
Γρήγορα (επίσης από επαγγελματική διαστροφή) δίνω στον εαυτό μου τις συνήθεις ακαδημαϊκές δικαιολογίες, όπως προκύπτουν από την ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία: η ισοπέδωση των ΜΜΕ, η στρεβλή ή μηδενική προβολή του τοπικού στοιχείου σε εποχές παγκοσμιοποίησης, η τουριστική ευκολία, η ομοιογενοποίηση των σύγχρονων κοινωνιών, οι διαφορετικές σύγχρονες προτεραιότητες και άλλα πολλά (να μην σάς κουράζω) έδιναν απαντήσεις για το σήμερα. Άλλωστε, τι πιο λογικό για την Ελλάδα, που μεταπολεμικά βάσισε το διεθνές προφίλ της στο Ποτέ την Κυριακή και στον Ζορμπά, να αδυνατεί να ενσωματώσει οτιδήποτε άλλο. Έτσι νομίζουν οι άλλοι ότι είμαστε (Ζορμπάδες και Πειραιώτες, δηλαδή), ας μην τους χαλάσουμε το χατήρι!
Το χθες, όμως, και μάλιστα με τη μορφή της ζώσας πραγματικότητας (της νεφελώδους, συχνά, παράδοσης) που είναι; Υπάρχει ή χάθηκε; Κοιτώ απέναντι από τον κήπο μου, όπου είναι το σπίτι του Προκόπη Καφαράκη (γνωστός σε όλους μας πιστεύω. Οι συστάσεις περισσεύουν), με τον οποίο πολλές φορές έχουμε πει να μιλήσουμε, αλλά δεν έχουμε συμπέσει ποτέ. Ξέρω, όμως, ότι ξέρει πολλές από τις μελωδικές απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Λίγο παρακάτω από τον κήπο μου βρίσκεται το σπίτι του θείου μου, σύζυγος του οποίου ήταν η κόρη του πρωτοβιολιστή της Καμάρας, του θρυλικού Νιόνιου. Πιτσιρικάς εγώ τη δεκαετία του 1980 και ήδη γηραιός ο Νιόνιος τότε: φυσικά δεν συνέπεσε να τον εκμεταλλευτώ, όπως έπρεπε. Κάπως έτσι ελάχιστα μπόρεσα να αξιοποιήσω και την ψαλτική δεινότητα του συγγενή μου Τώνη Καρδάμη στα Καρδαμάτικα. Και στο μυαλό μου έρχεται και η κουβέντα του πατέρα μου, ο οποίος 80 χρονών πλέον ήταν πιτσιρικάς όταν άκουγε τα μπουλούκια τον ελαιοσυνακτριών που, όπως μου λέει ακόμη, «έκαναν της πλαγιές των Αγίων Δέκα να τραγουδούν».

Παλαιότεροι ερευνητές

Και όμως, σίγουρα κάτι υπήρχε και ήταν πασιφανώς ενδιαφέρον, και σημαντικότερο από τα ομοιογενοποιημένα πανηγυριώτικα ακούσματα του 21ου αιώνα. Οι περιγραφές των περιηγητών μου ήταν γνωστές από χρόνια, οι συγγραφικές αποκαλύψεις άλλων λαογράφων της Κέρκυρας (ενδεικτικά: Μπουνιάς, Πακτίτης, Χυτήρης, Κλήμης και ο ακάματος Τζήλιος με την ανέκδοτη δουλειά του για τη ΒΔ, και όχι μόνο, Κέρκυρα) δεν άφηναν αμφιβολία για τη σημασία της κερκυραϊκής μουσικής της υπαίθρου σε σχέση με τα δρώμενά της, καθώς και για τις διαφορές της ανά περιοχή. Οι δισκογραφικές παραγωγές του «Αργαστηριού» και του «Λαοδάμαντα» (υπό την επίβλεψη του ακούραστου και εμβληματικού Δημήτρη Κάντα) είχαν αφήσει έναν πραγματικό μικρό θησαυρό για όποιον μπορούσε να πάρει τον δρόμο χρονικά ακόμη πιο πίσω ακολουθώντας την επιστημονική μεθοδολογία. Ενώ οι κατά καιρούς παραστάσεις του «Η Κέρκυρα τραγουδάει» έφερναν την τελεστική δύναμη της μουσικής με τη μορφή θεατρικού δρώμενου επί σκηνής του φαντασιακά εχθρικού προς την ύπαιθρο Δημοτικού Θεάτρου.
Δεν θα σάς κουράσω άλλο με το τι είχαμε μέχρι στιγμής ως οργανωμένη γνώση για τη μουσική της αγροτικής Κέρκυρας. Ούτε βεβαίως με το πώς αγνοήσαμε έως τώρα αυτές τις εξαιρετικές συμβολές και τους ακαταπόνητους ανθρώπους που διατήρησαν και πρόβαλαν τη μουσική αυτή στο πλαίσιο των τελέσεων της υπαίθρου. Και φυσικά οι εδώ αναφερθέντες δεν είναι οι μόνοι: η βιβλιογραφία του Στέφανου Πουλημένου μάς γνωρίζει πολλούς ακόμη.

Σπ. Ξύνδας και ταμπουρλονιάκαρα

Να προστεθεί μόνο, ότι η παραγωγή από την Παλαιά Φιλαρμονική το 2017 της όπερας “Ο υποψήφιος βουλευτής” δεν ήρθε μόνο να ξανακάνει γνωστό το πρώτο ελληνόφωνο οπερατικό έργο 150 έτη μετά την πρεμιέρα του, αλλά και να καταδείξει κάτι πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου: τη διάδραση και την άμεση σύνδεση της μουσικής της υπαίθρου με την έντεχνη μουσική δημιουργία της πόλης πέρα από προκαταλήψεις και τεχνητά τείχη. Διότι πράγματι χώρα και χωριό ήταν δύο ξεχωριστοί κόσμοι, όχι όμως και αλληλοαποκλεισμένοι. Οικονομικά και εργατικά ήταν σε συνεχή επαφή, και ούτε οι χωριάτες ούτε οι χωραΐτες ήταν κουφοί. Αν μη τι άλλο, Ο υποψήφιος μάς προσέφερε μια εκ των έσω προσέγγιση της ίδιας της μουσικής της κερκυραϊκής υπαίθρου μέσα από τα αυτιά του Ξύνδα, η οικογένεια του οποίου είχε κτήματα στην περιοχή του Σκριπερού.
Κατά τη διάρκεια των προβών ξαναμιλήσαμε με τον Στέφανο (ο οποίος συμμετείχε στην παράσταση ως μέλος της Χορωδίας Κερκύρας), σχολιάσαμε το ταμπουρλονιάκαρο και άλλα θέματα και χαρήκαμε την τέλεση επί σκηνής. Γνώριζα, φυσικά. ότι οι αναζητήσεις του προχωρούσαν, οπότε ιδού και το προφανές αποτέλεσμά τους: το βιβλίο το οποίο μάς φέρνει εδώ απόψε. Και πρέπει σε αυτό το σημείο να υπογραμμιστεί η κυριότερη αρετή του βιβλίου: προσφέρει στον αναγνώστη ό,τι ακριβώς αναφέρει ο τίτλος του. Δηλαδή, δεν περιορίζεται στην καταγραφή των τραγουδιών, αλλά κυρίως τα προσεγγίζει ως ζωντανά, χρηστικά και αναπόσπαστα μέρη της πάνδημης διαδικασίας τέλεσης των δρώμενων των δεκαπέντε κατηγοριών, τις οποίες καταγράφει.

Μουσικές και μνήμες αιώνων

Ο Στέφανος, βασιζόμενος και αναγνωρίζοντας ήδη από την εισαγωγή του βιβλίου τις εργασίες των προηγούμενων από αυτόν συγγραφέων, φορέων και συλλεκτών, αποδέχτηκε μια πρόκληση που δύσκολα θα αποδεχόταν άλλος στις μέρες μας: ξεκινώντας από τους συγχωριανούς του άρχισε να φέρνει στην επιφάνεια μουσικές και μνήμες αιώνων, όπως αυτές είχαν παραμείνει στην μνήμη καθημερινών ανθρώπων. Επιδόθηκε μέσα από την επιμονή στον στόχο και τη δημοσιοποίηση της προσπάθειάς του στο να εντοπίσει και να καταγράψει τις σημερινές απολήξεις μια παλαιάς τέλεσης (είναι μάλλον άδικο να μιλάει κανείς απλώς για μουσικό είδος), η οποία μπορεί να μας πηγαίνει ως βιολογική εμπειρία μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, αλλά στον προσεκτικό και μεθοδικό χρήστη ή ερευνητή οι καταγραφές αποκαλύπτουν το μουσικό και ανθρωπολογικό βάθος αιώνων.
Ανάμεσα στις επιτυχίες του βιβλίου δεν είναι μόνο η εύρεση και η συγκέντρωση υλικού ακατάγραφου έως σήμερα, αλλά και κάτι που δεν φαίνεται στο απαίδευτο μάτι: είναι δύσκολο να πείσεις ανθρώπους που ντρέπονται ή συχνά αισθάνονται ακόμη και ενοχικά σε σχέση με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, να ανοίξουν την καρδιά και το στόμα τους και να μοιραστούν με άλλους σε περιβάλλον ηχογράφησης τους θησαυρούς που κρύβουν μέσα τους. Είναι ίσως η πιο συγκινητική στιγμή, κορυφαία σε όλους όσοι κάνουμε αυτό που ονομάζεται «έρευνα πεδίου». Πρόκειται για ένα αίσθημα κάθαρσης και από τις δύο πλευρές (καταγραφέα και καταγραφόμενου), το οποίο οι λέξεις αδυνατούν να εκφράσουν.

Η μεταγραφή της μουσικής των τραγουδιών

Το βιβλίο, επιπλέον, προσφέρει κάτι που έως τώρα ελάχιστα (αν όχι καθόλου) είχε αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής προσέγγισης. Δεν καταγράφει μόνο τους στίχους των τραγουδιών (όλοι τους διαμαντάκια της εξωαστικής ποίησης), αλλά και τη μουσική τους. Η μεταγραφή της μουσικής των τραγουδιών μόνο σποραδικά είχε απασχολήσει τους κατά καιρούς συγγραφείς (περιηγητές και μη) και μάλιστα είχε γίνει με τρόπο τις περισσότερες φορές αποσπασματικό και ατυχή. Διότι πράγματι η μεταγραφή σε οιανδήποτε μουσική σημειογραφία είναι μια διαδικασία επίμοχθη και κυρίως προοριζόμενη για ανθρώπους που γνωρίζουν βαθιά την τέχνη τους. Ο Στέφανος βλέποντας το πόσο θα βοηθήσει στη διατήρηση και διάδοση των καταγραφών του η αποτύπωσή τους σε μουσική σημειογραφία απευθύνθηκε στην πιο ήρεμη και χαμηλών τόνων δύναμη της μουσικής Κέρκυρας, τον αγαπητό Σπύρο Τσιλιμπάρη. Σε αυτόν χρωστάμε το τρίτο μέρος της έκδοσης, όπου όσοι θέλουν να προσεγγίσουν τη δουλειά του Στέφανου ως καθαρά μουσικό φαινόμενο, δύνανται μέσω της υποδειγματικής, προσεγμένης και λεπτομερέστατης δουλειάς του Σπύρου να το κάνουν.
Θα δουν πολλές μικρές χάρες στις νότες, εξαιρετικά ευρήματα και μια μουσική που αξίζει να αποτελέσει αντικείμενο, όχι μόνο διατήρησης, αλλά και αναδημιουργίας και αναστοχασμού. Πρόκειται πραγματικά για μουσικές, στις οποίες η ανατολή συναντά τη δύση και ο χρόνος είναι τόσο παλιός, ώστε να μοιάζει πλέον ακίνητος. Οι καταγραφές του Σπύρου Τσιλιμπάρη είναι μια όμορφη δημιουργική και ερευνητική πρόκληση για όποιον είναι έτοιμος να δει ανάμεσα από τις νότες και πίσω από τα πεντάγραμμα. Οι σύντομες παρατηρήσεις και οι στοχευμένες επισημάνσεις του ίδιου του Σπύρου Τσιλιμπάρη σε σχέση με το μουσικό υλικό προσφέρουν στον κάθε ενδιαφερόμενο μια εξαιρετική βάση εκκίνησης περαιτέρω μελέτης, περισυλλογής και μουσικής ενδοσκόπησης.

Στοιχεία στο χώρο και το χρόνο

Το βιβλίο στο πρώτο του μέρος τοποθετεί τα στοιχεία του εν τόπω και εν χρόνω, γεγονός που προσφέρει επαρκέστατη προσέγγιση της πολυκύμαντης ιστορικής πορείας του νησιού. Ακόμη και ο μη γνώστης της κερκυραϊκής ιστορίας (και υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ακόμη και στην Κέρκυρα) λαμβάνει γρήγορα και με σαφήνεια την απαραίτητη πληροφόρηση, γεγονός που πιστεύω ότι θα βοηθήσει στην πανελλήνια διάδοσή του και θα συντελέσει στην προβολή της μουσικής της κερκυραϊκής υπαίθρου. Ας μη ξεχνάμε ότι εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες η μουσική αυτή είναι αποκλεισμένη ακόμη και από τα κρατικά ΜΜΕ, μιας και εκτός Κερκύρας προσεγγίζεται ακόμη με έναν ελάχιστης επιστημονικότητας τρόπο γεμάτο από ξεπερασμένα και απλοϊκά στερεότυπα. Από το πρώτο μέρος του βιβλίου περνάνε με συντομία οι παράγοντες που διαμόρφωσαν το κοινωνικό πεδίο όλου του νησιού, με ιδιαίτερη έμφαση στις μετοικεσίες. Και αθέλητα προβάλει το ερώτημα στον αναγνώστη: «Πότε ξεκινά και κυρίως πότε τελειώνει η παράδοση; Ποια τα όριά της;»
Ερώτημα που γίνεται ευλόγως εντονότερο από την ορθότατη παρατήρηση του Στέφανου, ότι η παράδοση δεν είναι στατική. Υπογραμμίζει με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας μας τη δυναμική των μουσικών και των δρώμενων που συνοδεύουν, και θέτει στην άκρη την αναζήτηση της «καθαρότητας», μια αναζήτηση που έχει φέρει ανυπέρβλητα εμπόδια, ειδικά στην ελληνική λαογραφία. Ιδού, λοιπόν, μια ακόμη αρετή του βιβλίου: Θέτει περισσότερα ερωτήματα από εκείνα που καλύπτει μέσω της έρευνας που παρουσιάζει, και προκαλεί τον ενεργό αναγνώστη να σκεφτεί και να κρίνει.

Η υποχώρηση των λαϊκών δρώμενων και της μουσικής τους

Οι διαδράσεις στο πλαίσιο της παράδοσης της υπαίθρου είναι δεδομένες, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που αυτή είναι προφορική και βασίζεται στην μνημονική ικανότητα του κάθε πομπού (ενδεχομένως για τον λόγο αυτό οι καλύτεροι ραψωδοί φέρονται να ήταν τυφλοί). Ομοίως βασίζεται και στην ικανότητά της να αφομοιώνει ακούσματα που έκρινε λειτουργικά (π.χ. χορούς ή τραγούδια της πόλης. Και εδώ ο Στέφανος κάνει πολύ χρήσιμες παρατηρήσεις). Οι σαφείς διαφοροποιήσεις των ακουσμάτων στα διάφορα διαμερίσματα του νησιού δείχνουν επίσης μια άλλη πτυχή αυτής της διάδρασης, τη φορά αυτή μεταξύ της ίδιας της υπαίθρου. Έγινε, βεβαίως, ήδη λόγος για το πώς η μεταπολεμική πλημμυρίδα των σύγχρονων μέσων και του τουρισμού συνετέλεσε στην υποχώρηση από την άμεση εμπειρία των δρώμενων και των μουσικών που τα συνοδεύουν, περιορίζοντάς τα, στην καλύτερη περίπτωση, σε έναν κακώς εννοούμενο φολκλορισμό.
Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, όμως, στα χωριά της Κέρκυρας παρατηρήθηκε μια άλλη ηχητική πλημμυρίδα προερχόμενη από το άστυ, την οποία η υπάρχουσα πρακτική δεν μπόρεσε να αφομοιώσει. Πρόκειται για την οργανωμένη επαφή με την εξίσου σημαντική παράδοση της αστικής χορωδιακής πρακτικής και των συνόλων πνευστών (μπάντες). Αφορμή δεν ήταν μόνο η προβολή της παράδοσης της χώρας από σημαντικό μέρος των κοινωνιών της υπαίθρου ως μέτρου ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου της. Ούτε οι χωραΐτες ήταν αδιάφοροι, πολύ περισσότερο εχθρικοί, για το πολιτισμικό βάθος των χωριών (αν μη τι άλλο, οι πρώτες λαογραφικές συλλογές και δομημένες αναφορές στον πολιτισμό των χωριών έγιναν από αστούς).
Ωστόσο, οι χορωδίες και οι μπάντες ήρθαν με δύο μεγάλα όπλα στα χωριά, αφενός με τη λάμψη του καινούργιου και της τοπικά μακράς παρουσίας και αφετέρου με τη μουσική σημειογραφία. Χορωδίες και μπάντες βαθμιαίως αντικατέστησαν τα αυτοσχέδια φωνητικά και οργανικά σύνολα του χωριού ακόμη και σε εμβληματικά δρώμενα. Πρόκειται φυσικά για μια αναπόφευκτη εξέλιξη, για τις συνέπειες της οποίας υπεύθυνοι είμαστε εμείς. Φυσικά και οι δύο μουσικές παραδόσεις (χώρας και χωριού) είναι σημαντικές και σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε η μια να δρα σε βάρος της άλλης. Αντιθέτως, όπως και πριν τον 20ό αιώνα, η διάδρασή τους έδωσε θαυμαστά αποτελέσματα. Η διαχείριση, όμως, αυτών των νέων δεδομένων ήταν δυστυχώς μη αποτελεσματική και δεν ήταν η μόνη περίπτωση κατά τον 20ό αιώνα: ας θυμηθούμε μόνο πόσες παλιές εικόνες από τα εικονοστάσια των σπιτιών μας ή πόσα παλιά έπιπλα δόθηκαν σε διάφορους επιτήδειους ώστε να μπουν στη θέση τους οι νέες χαρτονένιες εικόνες ή τα μοντέρνα έπιπλα. Ήταν η τάση της μεταπολεμικής εποχής, στην οποία τότε ελάχιστοι διέβλεψαν τον κίνδυνο της λήθης.

Η έρευνα συνεχίζεται – Η πρόκληση ανοικτή!

Ο Στέφανος με το βιβλίο του προσπαθεί, έστω και την έσχατη στιγμή, να αναστρέψει τον ρου του χρόνου. Διασώζει, συστηματοποιεί και ερμηνεύει πατώντας γερά στους προηγούμενους και αφιερώνοντας κόπο, χρόνο και μεράκι για να καταγράψει το παρόν και να τα δώσει όλα αυτά στους επόμενους. Φυσικά δεν ξεχνά ούτε στιγμή, ότι είναι μέρος του κοινωνικού-ηχητικού χώρου που αναδεικνύει και αυτό φαίνεται στην συχνά φλογερή πένα του. Επίσης, γνωρίζει ότι μέρος των άμεσων ή έμμεσων ερωτημάτων που θέτει δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν, ακόμη και σε βιβλίο 420 σελίδων. Παίρνει, επιπλέον, με την καθοριστική συμβολή του Σπύρου Τσιλιμπάρη το μεγάλο όπλο της μουσικής σημειογραφίας και με τον τρόπο αυτό, μαζί με τα παλιά και τα καινούργια ηχητικά ντοκουμέντα, παγώνει τον χρόνο. Συνολικά, δηλαδή, δημιουργεί ένα εργαλείο, όπως και ο ίδιος περιγράφει το βιβλίο του. Ένα εργαλείο με ποικίλες εφαρμογές, στο οποίο ο οποιοσδήποτε μπορεί να βρει κάτι να προβληματιστεί, είτε πρόκειται για τον απλό αναγνώστη είτε για τον επαγγελματία ερευνητή είτε ακόμη και για τον εμπνευσμένο μουσικό δημιουργό. Και ο Στέφανος Πουλημένος, ως συνειδητοποιημένος συγγραφέας και γνώστης του χώρου, αφήνει 420 σελίδες μετά την εύλογη παραίνεση: «Η πρόκληση παραμένει ανοικτή». Κάθε καλό εργαλείο επιβάλει στον εαυτό του να αναπτυχθεί, πολύ περισσότερο από τη στιγμή κατά την οποία το εργαλείο αυτό εδράζεται σε στέρεες και γεμάτες κόπο και μόχθο βάσεις.



Πρόσκληση συμμετοχής στο δρώμενο

Πώς θα επιτευχθεί η διεύρυνση του εργαλείου και της σωρευμένης γνώσης του βιβλίου; Προσέξτε, αγαπητοί φίλοι! Σε αυτή την ανοικτή διαδικασία που μάς προτρέπει ο Στέφανος Πουλημένος με το εμβριθές πόνημά του θεωρώ δεδομένο ότι όλοι μας άμεσα ή έμμεσα μπορούμε να εισφέρουμε. Είτε εσείς οι ίδιοι που ξέρετε κάποιο επιπλέον τραγούδι είτε εσείς που γνωρίζετε κάποιον άλλον που μπορεί να κρατά στο μυαλό και στην καρδιά, αλλά όχι στο χαρτί ή στη σχετική ασφάλεια μιας ηχογράφησης, έναν ακόμη θησαυρό.
Η εξαιρετική ιδέα του Στέφανου να δημιουργήσει ιστότοπο στον οποίο θα δύνανται να προστίθενται και νέα τεκμήρια καταργεί τον κλειστό χαρακτήρα ενός τόμου και τοις πράγμασι προσφέρει τη δυνατότητα μιας συνεχούς ανανέωσης και πρόσκτησης υλικού, ώστε η αρχή που γίνεται με τον εν λόγω τόμο να μην έχει τέλος. Ομοίως δεν έχει τέλος και η πληροφόρηση, και ενδεχομένως η γνώση μας, για την τόσο σημαντική μουσική της υπαίθρου του νησιού μας. Κεντρικό σημείο αναφοράς υπάρχει πλέον, είναι η υποδειγματική δουλειά του Στέφανου Πουλημένου, ο οποίος προσέθεσε στη βιβλιογραφία της μουσικής δραστηριότητας της Κέρκυρας έναν κρίκο που μέχρι στιγμής έλειπε. Ο Στέφανος, λοιπόν, μάς προσκαλεί στο δικό του δρώμενο, στο οποίο όλοι δέον να συμμετέχουμε.

Αγαπητέ μου Στέφανε Πουλημένε και Αγαπημένε μου Σπύρο Τσιλιμπάρη.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα πολύ να πώ, ότι σάς ευχαριστώ ιδιαιτέρως για την τόσο σημαντική και καλοδουλεμένη έκδοση που μάς προσφέρετε. Ευτυχώς, δεν μπορώ να πω κάτι τέτοιο και ο λόγος είναι απλός: Με την τελευταία παρατήρηση περί της ως δρώμενου συνεχούς ανανέωσης είναι σαφές ότι η έκδοση συνεχίζεται!
Σάς ευχαριστώ από βάθους για την εξαιρετική εργασία σας, την συνειδητοποίηση που μάς προσφέρετε, τον ερευνητικό κόπο, την δομημένη και οργανωμένη αποτίμηση των αποτελεσμάτων σας. Σάς ευχαριστώ, όμως, πλέον τούτων και για όλα εκείνα που θα επακολουθήσουν εξαιτίας της δουλειάς αυτής.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι ενδιάμεσοι ενδεικτικοί τίτλοι στο κείμενο είναι δικοί μας και όχι του ομιλητή.