Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Τα τραγούδια της αποκριάς στην ύπαιθρο Κέρκυρα

Η σχέση του Κερκυραϊκού Καρναβαλιού με τη Βενετία, έχει περιορισμένη αναφορά, στην πόλη της Κέρκυρας, με αμφιλεγόμενο περιεχόμενο και συγκεκριμένες κοινωνικές αναφορές.
Αντίθετα, όπως μας πληροφορεί ο Κερκυραίος Λαογράφος Γεράσιμος Χυτήρης (φωτο δεξιά), στο βιβλίο του «Τα Λαογραφικά της Κέρκυρας» - Κέρκυρα 1988, η Αποκριά παρείχε μεγάλη ευκαιρία ελληνικού τραγουδιού και χορού στα χωριά της Κέρκυρας, επί αιώνες, τουλάχιστον μέχρι και τα μέσα της 10ετίας του 1960.
Τις Κυριακές της Αποκριάς και της Τυρινής (Τρινές), κατά το βράδυ μαζεύονταν οι γυναίκες της κάθε γειτονιάς, στο ύπαιθρο αν το επέτρεπε ο καιρός, ή σε ευρύχωρα ισόγεια. Τραγουδούσαν χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων και ταυτόχρονα χόρευαν. Τα τραγούδια ήταν κυρίως παραλογές (διηγηματικά 15σύλλαβα) αναγόμενα στη Βυζαντινή περίοδο. Η πρώτη - και όχι σπάνια ο πρώτος - του χορού, τραγουδούσε τον πρώτο στίχο. Δημιουργούσε τομή  στη 10η συλλαβή, απαναλάμβανε την 9η και 10η και προχωρούσε ως την τελική 15η.
Τέτοια τραγούδια ήταν ο «Γαζιανάκης» σε Κυνοπιάστες, Σιναράδες, Σκριπερό, Αργυράδες, Χωρεπίσκοπους κλπ. αλλά  και «Η βάγια που δε θέλει το Ρηγόπουλο» που καταγράφηκε στους Καλαφατιώνες, «Ο κυρ Βοριάς εμήνυσε», «Της κουμπάρας που έγινε νύφη» «Ο Κωνσταντίνος ο μικρός» «Ο Αη Γιώργης και το θεριό» κ.ά.

Το τραγούδι της Λιογέννητης
 Το μακροσκελές τραγούδι «της Λιογέννητης», ο μεγάλος της λαογραφίας μας Ν. Πολίτης, το κατατάσσει στα Ακριτικά Τραγούδια, ταυτίζοντας τους δύο εραστές με τον Διγενή Ακρίτα και την Ευδοκία, κόρη του Ανδρόνικου Δούκα και που, σύμφωνα με τους Γ. Κ. Σπυριδάκη και Λ. Α. Πετρόπουλο, ταυτίζεται με αυτό του Χαρζανή και Γατζιαννάκη, παρατηρείται παρόμοια μεταμφίεση του Κωνσταντή ή Χαρζανή  ή Γιαννάκη ή Μαυρουδή ή Διγενή ή Διονή  ή Χατζαρή ή Γιάννη ή Γατζιανό ή Γκαζιανό ή Γιό του Δούκα. Η ηρωίδα φέρει τα ονόματα Αρετή, Αρετούσα, Μαριώ, Μάρω, Λιογέννητη, Λυγερή.
Ο Ν. Πολίτης για τη σύνθεση του τραγουδιού της Λιογέννητης έλαβε υπ’ όψιν του πολλές παραλλαγές του τραγουδιού διότι «ταν δν χωμεν εμ ν μόνον κείμενον το σματος, φείλομεν κατ’ νάγκην παραλάβωμεν αυτ κολοβν και παρεφθαρμένον. ν δ’ μως πάρχουν πλείονες παραλλαγα το ατο σματος, πανώρθωσις τν λλείψεων εναι δυνατή, διότι ο διάφοροι παραλλαγα συμπληρώνουν διορθώνουν λλας».
Μία από αυτές, που έλαβε υπ’ όψιν του ο μεγάλος δάσκαλος της λαογραφίας, είναι και αυτή της Κέρκυρας, καταγεγραμένη από τον Αντώνιο Μανούσο, καθώς επίσης αυτές των Κορινθίας, Αιγίνης, Κεφαλληνίας, Λακκοβικίων Μακεδονίας, Βιζύης και Μηδείας Κωνσταντινουπόλεως, Βάρνας, Οδησσού, Καρυών Καβακλί, Κρήτης, Μήλου, Θήρας, Σύρου, Πυργίου Χίου, Νισύρου, Σύμης, Καστελλόριζου, Κύπρου, Τραπεζούντος, Κορσικής κ.λπ. ανέκδοτων.

Η Λιογέννητη (στην Κέρκυρα)

Ο Κωσταντής ο ομορφονιός, ο μικροκωσταντίνος
μια μέρα  θέλησε να βγη να λαγοκυνηγήση,
και διάβαινε καμαρωτός απ’ την πλατειά τη ρούγα.
Εκεί είδε τη Λιογέννητη με τετρακόσιαις σκλάβες.
Σε κρεμεζιά τριανταφυλλιά ήταν ακουμπισμένη,
κ’ είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σα ζαφείρι,
και ‘ς το μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι,
καλλιά ‘λαμπε το δάχτυλο παρά το δαχτυλίδι.
Ωσάν την είδ’ ο Κωσταντής, αφήνει το κυνήγι.
Κινάει να πάη ‘ς το σπίτι του σα μήλο μαραμμένος.
Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς το ριόν ερριάστη,
δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε ‘ς το κρεβάτι.
«Μάννα, ψυχή, μάννα, καρδιά, μάννα και το κεφάλι.
Μάννα, θολά είναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι.
-Γιε μου, καλά είναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι,
μα συ κορίτσιν αγαπάς κ’ εκείνη δεν το ξέρει.
-Μάννα, την κόρη που είδα ‘γω, άλλος να μη την πάρη.
Στείλε να κράξης άρχοντες και μητροπολιτάδες
να παν να κάμουν προξενειά, γυναίκα να την πάρω.»
Στέλνει τρακόσιους άρχοντες και μητροπολιτάδες,
στέλνει τον άρχοντα Φωκά, στέλνει το Νικηφόρο,
στέλνει τον Πετροτράχηλο, που τρέμει η γης κι’ ο κόσμος.
Εχτύπησαν οι άρχοντες την αργυρή την πόρτα.
«Ποιος χτύπησε ‘ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Ημείς είμεστε οι άρχοντες κ’ οι μητροπολιτάδες,
ο Κωσταντής μας έστειλε δυο λόγια να σου πούμε.
-Ανοίξετε ‘ς τους άρχοντες, ‘ς τους μητροπολιτάδες!
Φέρτε τρακόσια στρώματα, φέρτε τρακόσια πεύκια,
για να καθίσουν οι άρχοντες κ’ οι μητροπολιτάδες,
φέρτε Μονεβασιά κρασί, να πιουν οι αντρειωμένοι.»
Εμπαίνουν τότε οι άρχοντες κ’  οι μητροπολιτάδες,
και την ευρίσκουν κ’ έπλεγε τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
Καθώς τους είδε η λυγερή επροσηκώθηκέ τους.
«Καλώς ήρθαν οι άρχοντες κ’ οι μητροπολιτάδες,
φάτε και πιέτε, γέροντες, κ’ εγώ ‘ς τον ορισμό σας.
-Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε.
Προξενητάδες είμαστε κ’ ήρθαμε να σου πούμε,
ο Κωσταντής μας έστειλε, τ’ όμορφο παλληκάρι,
αν είναι θέλημα θεού, γυναίκα να σε πάρη.»
Σαν τ’ άκουσε η Λιογέννητη νεχτύπησε τα γέλοια.
«Για πήτε του του Κωσταντή, του μοσκαναθρεμμένου,
δε θέλω τον, δεν χρήζω τον, δεν καταδέχομαί τον.
Σαν έρθη η μάννα μ’ απ’ τη γης κι’ ο κύρης μ’ απ’ τον άδη,
τα δυο μ’ αδέρφια τα καλά από τον κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίση
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με τ’ αργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ’ εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’ αλώνι,
μηδέ και τ’άχυρο βραχή μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κ’ εγώ τον Κωσταντή θα τόνε πάρω γι’ άντρα,
και πάλι ναί, και πάλι όχι, και πάλι σα μου δόξη.»
Σάν ηκουσαν οι άρχοντες κ’ οι μητροπολιτάδες,
τους κακοφάνηκε πολύ κ’ έσκυψαν το κεφάλι.
Κι’ αυτή τότε τους έδωκε τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
«Ορίστε την πλεξίδα μου τον εδικό σας κόπο.»
Εκίνησαν κ’ επήγαιναν πικροί και μαραμμένοι,
κι’ ο Κωσταντής καρτέρειγε ‘ς την αργυρή του πόρτα.
«Καλώς ήρθαν οι άρχοντες με τα καλά τα λόγια.
-Κακώς ήρθαν οι άρχοντες με τα κακά τα λόγια.
Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δε καταδέχεταί σε.
Σαν έρθη η μάννα τς απ’ τη γης κι’ ο κύρης απ’ τον άδη,
τα δυο τς αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα, σιτάρι να καρπίση,
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με τ’αργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ’ εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’ αλώνι,
μηδέ και τ’ άχυρο βραχή, μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κι’ αυτή τον Κωνσταντή θα τόνε πάρη γι’ άντρα,
και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι σαν της δόξη.»



















Ό Κωσταντής σαν τ’ άκουσε μέγας καϊμός τον πήρε,
και ζήτησε και τόδωκαν τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
Πήγε να βρη τοις μάγισσαις που ξέρουν από μάγια.
Ωσάν τον είδε κ’ έρχονταν της μάγισσας η κόρη,
«Μάννα μ’, ο νιος οπ’ έρχεται του κάμπου καβαλλάρης,
παίρνουν τα ρούχα του δροσιά και τα λυχνά του πάχνη,
’παίρνουν τα πασουμάκια του ανθούς από τα δέντρα,
κι’ ο γύρος του προσώπου του για κόρη είναι θλιμμένος.
-Στα μάγια ‘γω γεννήθηκα, ‘ς τα μάγια θα πεθάνω,
κ’ εγώ δεν τόνε γνώρισα και συ τόνε γνωρίζεις;»
«Καλή σου μέρα, μάγισσα με την καλή σου κόρη.
Δεν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης,
να κάμης τη Λιογέννητη να ρθή ‘ς την αγκαλιά μου;
-Αν έχης πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
θα κάμω τη Λιογέννητη να ρθή ‘ς την αγκαλιά σου.
-Εγώ ‘χω πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
εγώ ‘χω την πλεξίδα της, τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
-Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και δέσε τα θηριά σου,
και κάθου και καρτερεί την να ρθή ‘ς την αγκαλιά σου.»
Και βγάνει από τον κόρφο της τρία μήλα μαραμμένα.
«Το να ρήξε ‘ς το τρίστρατο, να πάψουν οι διαβάταις,
τάλλο ρήξε ‘ς τον ποταμό, να πάψουν τα ποτάμια,
το τρίτο ρήξ’ ‘ς τη λυγερή, να ρθή γυρεύοντας σε.»
Το νά ρηξε ‘ς το τρίστρατο και πάψαν οι διαβάταις,
τάλλό ρηξε ‘ς τον ποταμό και πάψαν τα ποτάμια,
το τρίτο το φαρμακερό ‘ς της λυγερής τς αγκάλες.
Ως τό είδε η κόρη εσβήστηκε, ως το είδε δαιμονίστη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
«Μώρ' βάγιαις μου, μώρ’ ντάνταις μου, μώρ’ σκλάβαις του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πά’ να προσκυνήσω.
-Κυρά ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ' η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα του πατρός μου το ψωμί ‘ς τα μάτια να σας πιάκη!»
Κ’ έτσι εσηκώθη μοναχή κ’ εβήκε ‘ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δεν την άφηκε κι’ από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε ‘ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι’ αρχίνησε να λέη.
«Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι’ άστρι το μεσημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή ‘ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλητη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι’ άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή ‘ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θέ μου, κι’ αν είμαι καθαρή, κι’ αν είμ’ εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε, να χαλαστούν τα μάγια.»
Άστραψε και μπουμπούνιξε, χαλάστηκαν τα μάγια.
Ο Κωσταντής ολονυχτίς καρτέρειγε ‘ς το σπίτι,
κι' αυτού ‘ς τα ξημερώματα το μαύρο του σελλώνει.
«Ανάθεμα σε, μάγισσα, που μάγια δε γνωρίζεις!
-Σαν είν’ η κόρη καθαρή, τα μάγια τί σου φταίνε;
Σύρε ξουρίσου φράγκικα, και ντύσου ‘ς τα γυναίκεια,
γυναίκεια και χαιρέτησε κατά την ώρα που είναι,
και πες: Είμ’ η ξαδέρφη σου από τον Άη Δονάτο,
όπου πλουμί δεν ήξερα, κ’ ήρθα πλουμί να μάθω.»
Ξουρίστηκε ‘ς τα φράγκικα και ντύθηκε γυναίκεια,
κ’ εχτύπησε ‘ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας.
«Ποιος χτύπησε ‘ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Εγώ είμαι η ξαδέρφη σου από τον Άη Δονάτο,
οπού πλουμί δεν ήξερα κ’ ήρθα πλουμί να μάθω.
-Καλώς ήρθ’ η ξαδέρφη μου, μα γώ δε σε γνωρίζω,
και πούθεν είν’ ο τόπος σου και πούθεν η γενιά μας;
-Αλάργα είν’ ο τόπος μου κι’ από κοντά η γενιά μας,
κ’ εμείς εξεμακρύναμε κ’ εχάθηκε η γενιά μας,
κ’ εδώ με στέλνει η μάννα μου πλουμίδια να με μάθης.
-Μετά χαράς, ξαδέρφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,
πλουμίδια και κεντίσματα κι’ απ’ ό,τι θέλει ο νους μου.
-Μετά χαράς, ξαδέλφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,
πλουμίδια και κεντίσματα κι’ ό,τι θέλει ο νους σου.»
Σάν άρχισε και νύχτωνε, πήρε να σκοτεινιάση,
ο Κωσταντής σηκώθηκε τάχα πως θε να φύγη.
«Ενύχτωσε κ' έβράδιασε, πήρε να σκοτεινιάση,
πάν τα θηριά ‘ς τοις κοίτες τους, ταηδόνια ‘ς τις φωλιές τους,
κ’ εγώ το ξένο κ’ έρημο απόψε που να μείνω;
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις σκλάβες.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις σκλάβες!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις δούλες.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις δούλες!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις ντάντες.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις ντάντες!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις βάγιες!
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις βάγιες!
-Μην πλήσσης αξαδέρφη μου, και μένομε τα δυο μας.
Ανάψτε, βάγιες, τα κηριά, μουνούχοι, τις λαμπάδες,
και στρώσετε την κλίνη μου τη λινομέταξή μου.
Βάλετε στρώμα ναργυρό, στρώμα μαλαματένιο,
βάλετε τα παπλώματα, τα υφάναν Ανεράδες
και τα υφαδιοπλουμίσασι του Δράκοντα οι κόρες,
και στρώστε πάτους βασιλκό, και πάτους μαντζουράνα,
και πάτους δεντρολίβανο να κοιμηθούμε αντάμα.»
Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν δυο γλυκά αδερφάκια,
και προς τα ξημερώματα σαν τ’ άγρια πουλάκια.
Σαν έφεξε, ξημέρωσε, σαν ήρθε η άλλη η νύχτα,
«Μάννα, άνοιξε τοις πόρταις σου και δέσε τα θηριά σου,
γιατί θε νά ρθη η νύφη σου, θε νά ρθη η μαυρομάτα.
Ολίγος ύπνος μ’ έπιασε και πάω για να πλαγιάσω,
κι’ όντας θε νά ρθη η νύφη σου, να ρθής να με ξυπνήσης.
-Σύρε, παιδί μου, πλάγιασε κ’ εγώ θα καρτερέσω,
κι’ όντας θε να ρθη η νύφη μου θα ρθώ να σε ξυπνήσω.»
Κ’ εκείνη η σκύλα η άνομη δεν έκαμε όπως είπε,
μόν’ έκλεισε την πόρτα της κ’ έλυσε τα θεριά της,
κ’ έβαλε ομπρός ‘ς τη ρούγα της γούρνα φαρμακωμένη.
Επλάγιασε η Λιογέννητη ‘ς τη αργυρή της κλίνη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
«Μώρ’ βάγιες μου, μώρ’ ντάντες μου, μώρ’ σκλάβες του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πάω να προσκυνήσω.
-Κυρά, ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ’ η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα τους πατρός μου το ψωμί ‘ς τα μάτια να σας πιάκη!»
Κ’ έτσι εσηκώθη μοναχή κ’ εβήκε ‘ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δε την άφηκε κι’ από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε ‘ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι’ αρχίνησε να λέη.
«Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι’ άστρι το μερημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή ‘ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι’ άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή ‘ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θε μου κι’ αν είμαι καθαρή, κι’ αν είμ’ εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε να χαλαστούν τα μάγια.»
Δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια.
Κι’ αρχίνησε κ’ εχτύπαγε του Κωσταντή την πόρτα.
«Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κ’ ήρθα κατά τ’ εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ’ ύστερα να σ’ ανοίξω.
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ’ έβούρλισαν τα μάγια σου, κ’ ήρθα κατά τ’ εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ’ ύστερα να σ’ ανοίξω.»
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κ’ ήρθα κατά τ’ εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιέ νερό της γούρνας μου, κ’ υστέρα να σ’ ανοίξω.
Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
κ’ έπιε της γούρνας το νερό κ’ έσκασε σαν το ψάρι.
Κι’ αυτού ‘ς τα ξημερώματα ο Κωσταντής ξυπνάει.
«Μάννα, δεν ήρθε η νύφη σου, δεν ήρθε η μαυρομάτα;
-Γιε μου, δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα.»
Σαν εκατέβη ο Κωσταντής, σαν άνοιξε την πόρτα,
σαν είδε τη Λιογέννητη ‘ς το δρόμο ξαπλωμένη,
ψιλή φωνίτσα νέβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει.
«Σαν ήθελες, μαννούλα μου, νά χης και γιο και νύφη,
όντας σου πρωτοχτύπησε ας είχες της ανοίξη.»
Χρυσό μαχαίρι νέβγαλε απ’ αργυρό φηκάρι,
ς τον ουρανό το πέταξε, μέσ’ ς την καρδιά του πάει.

Τρεις Κερκυραϊκές παραλλαγές, παρόμοιες  με αυτήν της Λιογέννητης με τον τίτλο «Η βάγια που δε θέλει το Ρηγόπουλο» καταγράφονται στους Χωρεπισκόπους και στους Σιναράδες, (η δεύτερη μάλλον κολοβή σε ό,τι αφορά το επεισόδιο1, όπως και αυτή της Λευκίμμης). Τελευταία, - τον περασμένο Οκτώβριο του 2012 - ο νυν Πρόεδρος της Εστίας Ιστορίας & Πολιτισμού Κυνοπιαστών Γιώργος Ε. Ανυφαντής και ο Γραμματέας Στέφανος Πουλημένος, με την κάμερα του Σπύρου Φ. Σκορδίλη, κατέγραψαν τμήμα αυτής της παραλογής που αποδεικνύεται πως δεν είναι άλλο από το πρώτο μέρος της «Λιογέννητης», στους Καλαφατιώνες του πρώην Δήμου Αχιλλείων Κέρκυρας. Το απέδωσαν οι 80χρονες αδελφές Φροσύνη Πολίτη – Ροή και Κατίνα Πολίτη – Πηλού, προσφέροντας μια μοναδική ερμηνεία της μελωδίας του τραγουδιού, όπως το τραγουδούσαν και το χόρευαν Απόκριες και Τρινές, πριν μερικές 10ετίες. Δείτε το!


 Η παραλογή του Γαζιανάκη των Κυνοπιαστών, είναι μία από τις παραλλαγές του πανελλήνιου τραγουδιού με ίδιο ή παρόμοιο επεισόδιο, που όπως φαίνεται είναι το δεύτερο μέρος της «Λιογέννητης», δηλαδή συνέχεια του τραγουδιού «Η βάγια που δε θέλει το Ρηγόπουλο», το οποίο καταγράφηκε όπως αναφέραμε στους Καλαφατιώνες.
Υπενθυμίζουμε ότι Παραλογές λέγονται τα πολύστιχα αφηγηματικά τραγούδια, που αφηγούνται δραματικές καταστάσεις της ανθρώπινης ζωής, πραγματικές ή φανταστικές. Έχουν έντονο παραμυθιακό χαρακτήρα και γι’ αυτό ονομάστηκαν πλαστά.
Και Γιατζιανάκης, Γιατζιανός Γκαζιανός, είναι, κατά πάσα πιθανότητα, παράφραση του Χαρζανής δηλ. του προερχόμενου από το βυζαντινό θέμα «Χαρσανόν»13 με το ομώνυμο κάστρο, στη σημερινή κεντρική Τουρκία, ανατολικά της Άγκυρας.
Σύμφωνα με την παραλογή, ο ήρωας, προκειμένου να κερδίσει την κόρη με την οποία είναι ερωτευμένος, με τη συμβουλή μάγισσας ή γριάς ή του αλόγου του, μεταμφιέζεται σε γυναίκα και αφού μπαίνει στο σπίτι της κόρης, κοιμάται μαζί της. Το υπενθυμίζουμε όπως τραγουδήθηκε και χορεύτηκε τις Τρινές  του 2012, στους Κυνοπιάστες από τον Πολυφωνικό Χορό Κυνοπιαστών «Γειτονία».


Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Τραγούδια που μιλούν στις καρδιές μας

ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΓΑΣΤΟΥΡΙΟΥ ΜΕ TOYΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΜΑΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΜΙΜΗ ΠΛΕΣΣΑ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΣΠΑΝΟ. ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΧΟΡΩΔΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΣ


Η Φιλαρμονική Γαστουρίου «ΟΜΟΝΟΙΑ» με την υποστήριξη του Ομίλου Rotaract Κέρκυρας διοργανώνει συναυλία με τους μεγάλους μας συνθέτες: Μίμη Πλέσσα και Γιάννη Σπανό, με τίτλο: «Τραγούδια που μιλούν στις καρδιές μας» την Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013 κα ώρα 20.30  στο Δημοτικό Θέατρο Κέρκυρας.
Στο πιάνο οι συνθέτες Μίμης Πλέσσας και Γιάννης Σπανός και μαζί τους στα ξύλινα πνευστά ο Θανάσης Γεωργουλάς. Τραγουδούν: η Πένυ Ξενάκη και ο Σπύρος Κλείσσας, στα πλήκτρα ο Σπύρος Γκοτζιάλης.
Συμμετέχει η Δημοτική Χορωδία Κέρκυρας «San Giacomo» υπό τη διεύθυνση του Antoniy Ivanov.
Διευθύνει ο αρχιμουσικός Σπύρος Ράλλης.
Έσοδα της εκδήλωσης θα διατεθούν στο Κέντρο Ειδικής Αγωγής και Προεπαγγελματικής Κατάρτισης «Μέλισσα».
Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα του Δήμου Κέρκυρας.
Τιμή εισιτηρίου 15 ευρώ.
Εισιτήρια προπωλούνται στο Μουσικό Οίκο Βρυώνη και στην είσοδο του Δημοτικού Θεάτρου.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Εκατό χρόνια από την κατασκευή και τοποθέτηση του μοναδικού μαρμάρινου γλυπτού στην κεντρική είσοδο της εκκλησίας της Υ.Θ. Ελεούσας των Κυνοπιαστών

Φωτό National Geographic 1930
Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τότε που κατασκευάστηκε και τοποθετήθηκε στην κεντρική είσοδο της εκκλησίας της Υ.Θ. Ελεούσας των Κυνοπιαστών, το μαρμάρινο γλυπτό, που την κοσμεί και την καθιστά μοναδική, αξιοπρόσεχτη και πολυφωτογραφημένη.
Από το πλουσιότατο αρχείο της Ενορίας του χωριού πληροφορούμαστε ότι  στις 13 Μαϊου 1912, οι Επίτροποι της Ενορίας, Γεώργιος Σουρβίνος πτ. Τζάνη, Νικόλαος Αγάθος πτ. Αναστασίου, Σπυρίδων Πουλημένος πτ. Σταματίου, «συνεφώνησαν μετά του εκ Κάτω Γαρούνα τεχνίτου κ. Στεφάνου Καρδάμη, όπως κατασκευάση την εξώθυραν του Ιερού Ναού δια μαρμάρου Πεντέλης, το έργον προϋπελογίσθη εις δραχμάς 1225, την δε 15ην Μαϊου ο άνω τεχνίτης ανεχώρησε δι’ Αθήνας όπως φέρη το Πεντελικό Μάρμαρον*».
Ο τεχνίτης ήταν απόλυτα συνεπής στη συμφωνία. ΄Εφερε το μάρμαρο – μια πολύ δύσκολη για την εποχή αποστολή - και φιλοτέχνησε με εξαιρετική επιμέλεια το έργο του, το οποίο ετοποθέτησε στην εξώθυρα τον επόμενο χρόνο, δηλαδή το 1913
Από τότε,όλες οι σημαντικές φωτογραφίσεις, κάθε είδους τελετών, σχημάτων, κοινωνικών εκδηλώσεων αλλά και μεμονωμένων προσώπων, γίνονται μπροστά στην εξώθυρα του ναού που διακοσμήθηκε πέραν του μαρμάρινου γλυπτού, με το επίσης μοναδικό ξυλόγλυπτο της πύλης τα οποία από κοινού συνθέτουν μαζί με την συνολική πρόσοψη της τρίκλιτης βασιλικής και το πέτρινο καμπαναριό, το πιό εντυπωσιακό αξιοθέατο των Κυνοπιαστών, στο κεντρικότερο σημείο του χωριού.
Οι νεότεροι Κυνοπιαστινοί καμαρώνουν για τα έργα των προγόνων τους αλλά συχνά, δικαιολογημένα  πικραίνονται για ό,τι έχει πληγώσει τις τελευταίες τέσσερις 10ετίες, την εικόνα του χωριού, με τις ανόητες και αντιαισθητικές κατασκευές, ακόμη και σε κεντρικά του σημεία.
Σημειώνεται ότι ο γλύπτης Στέφανος Καρδάμης έχει φιλοτεχνήσει αντίστοιχα έργα, όχι βέβαια με πεντελικό μάρμαρο, αλλά με αμμουσόπετρα, στο εσωτερικό των εκκλησιών της Παναγίας του Ανω Γαρούνα και του Αγίου Δημητρίου της Άνω Παυλιάνας, αλλά και τον ίδιο του τον τάφο στο παλαιό κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου στον Κάτω Γαρούνα.Υπενθυμίζουμε ότι με πεντελικό μάρμαρο κατασκευάστηκε ο Παρθενώνας στην Ακρόπολη των Αθηνών.
Φωτογραφικό απόσπασμα από το αρχείο της Ενορίας της Υ.Θ. Ελεούσας Κυνοπιαστών


Ο πολύπειρος καθηγητής Σπύρος Νίκας, νέος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Κυνοπιαστών

Ο καθηγητής του Μουσικού Σχολείου Κέρκυρας και υπαρχιμουσικός της Φ.Ε. «Μάντζαρος» Σπύρος Νίκας (φωτο), είναι από τα τέλη Ιανουαρίου 2013, αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Κυνοπιαστών, μετά την πρόωρη και αναπάντεχη απώλεια του επί 35 χρόνια δασκάλου και αρχιμουσικού της, Γιώργου Αρκούδη.
Τη σχετική απόφαση έλαβε το Δ.Σ. της Φιλαρμονικής, αξιολογώντας τα προσόντα του και την διάθεσή του να προσφέρει στο μουσικό σώμα των Κυνοπιαστών, αυτά που χρειάζεται σε επίπεδο διδασκαλίας, διεύθυνσης, ρεπερτορίου, συνεργασιών κλπ.
Ο νέος αρχιμουσικός συνεπικουρείται στο έργο του από τους υπαρχιμουσικούς Άρτεμη Κ. Πουλημένου και Σπύρο Κ. Ανυφαντή, αλλά και τους ταλαντούχους μουσικούς Θωμά Τσακνάκη και Σπύρο Καββαδία και κατέγραψε ήδη την πρώτη παρουσία του, ηγούμενος του μουσικού σώματος στο 40ήμερο μνημόσυνο του αξέχαστου Γιώργου Αρκούδη, στη μνήμη του οποίου προετοιμάζεται ήδη μεγάλη εκδήλωση περί τα μέσα Απριλίου, στην εκκλησία της Υ.Θ. Ελεούσας Κυνοπιαστών.

Ποιος είναι ο Σπύρος Νίκας

Ο νέος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Κυνοπιαστών, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1968, διδάχτηκε μουσική στην Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας (Παλαιά), έλαβε πτυχίο Τρομπέτας το 1992, συμμετείχε ως έκτακτος μουσικός στην ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Από το 1994 διδάσκει τρομπέτα στο Μουσικό Σχολείο, αρχικά ως συμβασιούχος και από το 1997 μέχρι σήμερα, ως μόνιμος καθηγητής.
Έχει κατά καιρούς συνεργαστεί με διάφορα μουσικά σχήματα στην Αθήνα και την Κέρκυρα. Είναι πτυχιούχος Αρμονίας, Αντίστιξης, Φούγκας (Φυγής), Ενοργάνωσης και Διεύθυνσης Μπάντας. Από το 1994 διδάσκει τρομπέτα στη Φιλαρμονική «Μάντζαρος» της οποίας είναι υπαρχιμουσικός, ενώ από το 2011, έχει αναλάβει και τη μπαντίνα της.

O Σπ. Νίκας και ο κορνετίστας γιος του με τα χρώματα της Φ.Ε. "Μάντζαρος"

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Το τραγούδι του Κερκυραίου Μπιζανομάχου

ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
 Όταν πριν 100 χρόνια ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωνε τη Μακεδονία, τα νησιά του Βορ. Αιγαίου και την ΄Ηπειρο, πολλοί Κερκυραίοι πολέμησαν, επέδειξαν ηρωισμό στα πεδία της μάχης, ενώ αρκετοί θυσιάστηκαν για την Πατρίδα. 
Ανάμεσά τους και Κυνοπιαστινοί,  που τα ονόματα μερικών εξ αυτών, αναγράφονται στο μνημείο των πεσόντων του χωριού.
O Γιώργης Ανυφαντής (Κατσάνης)
στρατιώτης στην Καβάλα, το 1913
Πίσω από τη φωτό, μήνυμα στη μητέρα του:"Καβάλα 
τη 25 Οκτομ. 1913. Σεβαστή μητέρα μου, λάβε την παρούσαν μου 
δια να παρηγορήσθαι. Υγειαίνω Ο υιός σας Γεώργιος"

















Πλήθος περιπτώσεων αλληλογραφίας πολεμιστών του μετώπου, έχουν διασωθεί και αποκαλύπτουν ενδιαφέρουσες πτυχές από το κλίμα και την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο στρατό, αλλά και τις περιπέπειες, τους πόθους και τις προσδοκίες των στρατιωτών μας.

Μια τέτοια επιστολή Κερκυραίου στρατιώτη - πολεμιστή στη μάχη του Μπιζανίου (νότια των Ιωαννίνων και λίγο πριν την απελευθέρωση της πόλης στις 21 Φεβρουαρίου 1913), με τη μορφή ιαμβικών 15σύλλαβων στίχων, διασώθηκε και έγινε τότε τραγούδι, ευρύτατα διαδεδομένο, που τραγουδήθηκε ιδιαίτερα μέχρι και τα τέλη της 10ετίας του 1940.
Έμεινε όμως ζωντανό στη μνήμη γυναικών που το τραγουδούσαν στα νιάτα τους και σε μια περίπτωση - στους Καλαφατιώνες της Κέρκυρας - το απέδωσαν μπροστά στην κάμερα του Σπύρου Φ. Σκορδίλη, πρόσφατα (τον περασμένο Οκτώβρη 2012) στα γεράματά τους, στο πλαίσιο έρευνας των Γιώργου Ε. Ανυφαντή και Στέφανου Σπ. Πουλημένου, για το κερκυραϊκό δημοτικό τραγούδι.
Το τραγούδι του ανώνυμου Κερκυραίου Μπιζανομάχου, αποδίδει η 82χρονη Φροσύνη Πολίτη - Ροή και την συνοδεύει σε δεύτερη φωνή, η αδελφή της Κατίνα Πολίτη - Πηλού.


Μαζί με το βίντεο που ανήρτησε στο YouTube o Σπύρος Σκορδίλης, παραθέτουμε και τους στίχους του ποιήματος - τραγουδιού, που το αφιερώνουμε στον εορτασμό των 100 χρόνων από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Τραγούδι Κερκυραίου Μπιζανομάχου
(Φεβρ. 1913)

To γράμμα σου το έλαβα, στο μέτωπο εδώ πέρα
και γέμισε η καρδούλα μου, χαρά όλη τη μέρα.

Στον πόλεμο κι αν βρίσκομαι, εδώ μακριά σου τώρα,
μη χολοσκάς και θε να 'ρθει, η ποθητή η ώρα.

Κάμε λιγάκι υπομονή, χαράζει η αυγούλα,
που θα σε σφίξω νικητής, περήφανη νυφούλα.

Τότες αγάπη μου γλυκιά, διπλή θάναι η χαρά μας,
για της πατρίδος την τιμή και για τα στέφανά μας.

Δεν με φοβίζουν μάνα μου, οι σφαίρες, τα κανόνια,
ως με τρομάζουν οι βροχές, του Μπιζανιού τα χιόνια.

 




Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Ένα συγκινητικό βίντεο από την Ισπανία για την Ελλάδα

Είναι ένα βίντεο που μπορεί να κάνει κάποιους να δακρύσουν… Ενώ τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα βρίσκεται μονίμως στο επίκεντρο αρνητικών δημοσιευμάτων και η εικόνα της έχει πληγεί όσο καμίας άλλης χώρας, υπάρχουν κάποιοι που όχι μόνο δεν στρέφονται κατά της χώρας μας, αλλά θέλουν να την ευχαριστήσουν για όσα πρόσφερε στην ανθρωπότητα. Πρόκειται για Ισπανούς μαθητές και σπουδαστές που μαζί με τους καθηγητές τους ετοίμασαν ένα υπέροχο βίντεο με πρωταγωνίστρια την Ελλάδα. Σε όλο το βίντεο λένε ευχαριστώ στη χώρα μας για κάτι που έχει προσφέρει στην ανθρωπότητα και τυχαίνει μάλιστα αυτό το κάτι να έχει πάντα ως λέξη ελληνική ρίζα! Μας ευχαριστούν λοιπόν για τη φιλοσοφία, τις λέξεις, τα μαθηματικά, τη μουσική και τόσα άλλα σε ένα βίντεο πραγματικά συγκινητικό!

Δε χρειάζεται να γνωρίζετε ισπανικά για να καταλάβετε τι λέει το βίντεο. Αλλωστε όπως λέει ο καθηγητής στην αρχή του βίντεο προς τους Ισπανούς: «Περισσότερα πράγματα από όσα νομίζετε είναι ελληνικά!»

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Και επίσημα στην Κέρκυρα, ο "Ερωτευμένος Ελύτης" του Κυνοπιαστινού συγγραφέα Φίλιππου Φιλίππου

Το βιβλίο του Κυνοπιαστινού συγγραφέα Φίλιππου Φιλίππου "Ο Ερωτευμένος Ελύτης", των εκδόσεων "Ψυχογιός", παρουσιάστηκε το Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013, στο εντευκτήριο της Ευξείνου Λέσχης Ποντίων Κέρκυρας.
Την παρουσίαση οργάνωσε η Λέσχη Ανάγνωσης Κέρκυρας, που με την ευκαιρία έκοψε και την πρωτοχρονιάτικη πίτα της.
Ο πρόεδρός της Αντώνης Δεσύλλας έκανε την εισαγωγή στην εκδήλωση και αφού αναφέρθηκε στη λειτουργία και τις βιβλιοπαρουσιάσεις της Λέσχης, παρουσίασε και τον συγγραφέα Φίλιππο Φιλίππου, που βρέθηκε για μερικές μέρες στη γενέτειρα.
Στο περιεχόμενο, τη δομή και τα κύρια χαρακτηριστικά του βιβλίου "Ερωτευμένος Ελύτης" αναφέρθηκε η φιλόλογος Κατερίνα Λαγού, ενώ με θερμά λόγια μίλησαν για το έργο του συγγραφέα, πολλά μέλη της Λέσχης, η συγγραφέας Κατίνα Βλάχου, ο Ζωγράφος Φίλης Κένταρχος και ο πρώην Νομάρχης Στέφανος Πουλημένος.
Ο ίδιος ο συγγραφέας μίλησε για το θέμα του 16ου βιβλίου του, που αναφέρεται και αναδεικνύει τη σχέση του Νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη με την Κέρκυρα. 
Πρόκειται για μυθιστόρημα που αναφέρεται στις επαφές και σχέσεις που ανέπτυξε στην Κέρκυρα, το 1937, όταν υπηρετούσε εδώ στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, με προσωπικότητες της εποχής και με ντόπιους λογοτέχνες, ανάμεσα στους οποίους και οι Κυνοπιαστινοί Γρηγόρης και Κώστας Δαφνής.  
Οι σχέσεις του Ελύτη επεκτάθηκαν, ως φαίνεται, αρκετά μέσα στην τοπική κοινωνία και ενέπνευσαν μέρος του ποιητικού του έργου.


Η υπόθεση του μυθιστορήματος
Κέρκυρα 1937, δικτατορικό καθεστώς Μεταξά. Από τον Ιανουάριο έως το Σεπτέμβριο, ο Οδυσσέας Ελύτης φοιτά στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, «απομονωμένος επάνω στο Φρούριο», σύμφωνα με τον ίδιο. Πολλά χρόνια αργότερα, ένας συγγραφέας πηγαίνει στο Νησί των Φαιάκων για να μάθει πώς διήγε τόσους μήνες εκεί ο ποιητής, συνυπηρετώντας με τον Κύπριο φίλο του Ευάγγελο Λουίζο. Με ποιούς συναντήθηκε, εκτός από τον Λόρενς Ντάρελ, το γιατρό Θεόδωρο Στεφανίδη και μερικούς ντόπιους λογοτέχνες; Πώς περνούσε τις ελεύθερες ώρες του; Ποια ήταν η σχέση του με ορισμένες νεαρές αριστοκράτισσες; Ακόμη, τί κρύβεται πίσω από το ποίημά του «Ελένη»; 
Ο Οδ. Ελύτης στο σπίτι του Μάρκου Θεοτόκη στους Καρουσάδες, 
μαζί με τον Κώστα και το Γρηγόρη Δαφνή
Ο Οδ. Ελύτης με τον Κ. Δαφνή
























Ο Ερωτευμένος Ελύτης, είναι ένα μυθιστόρημα για τον νεαρό έφεδρο αξιωματικό με τα ποιητικά οράματα και ταυτόχρονα μια σπουδή για τον άνθρωπο Ελύτη. 
Σε αυτό γίνεται λόγος για την πολιτική πλευρά του, μα και την ερωτική. Διότι είναι ερωτικός ποιητής• ολόκληρο το σώμα της ποίησής του είναι ερωτικό. 
Ο έρωτας διαποτίζει και το "Άξιον Εστί", ίσως το ωραιότερο ποίημα που έχει γραφτεί στην ελληνική γλώσσα. 
Ο ίδιος σε μια συνέντευξη παραδέχεται την ηδονοθηρία του: «Ήμουν δοσμένος “εις τες ηδονές”, που λέει κι ο Καβάφης".


Λίγα λόγια για το Φίλιππο Φιλίππου
Ο Φίλιππος Φιλίππου* γεννήθηκε στους Κυνοπιάστες της Κέρκυρας το Δεκέμβριο του 1948. 
Ο Φίλιππος Φιλίππου
Από το 1968 ως το 1982, με μικρά ή μεγάλα διαλείμματα, ταξίδεψε ως μηχανικός σε ποντοπόρα πλοία. Έχει εκδώσει μαρτυρίες, μελέτες, βιογραφίες και μυθιστορήματα. Τα βιβλία του "Οι εραστές της θάλασσας" ή "Το βιβλίο του άγνωστου ναύτη" και "Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας" σχετίζονται με τη ζωή των ανθρώπων της θάλασσας. Δύο από τα μυθιστορήματά του, "Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη" και "Ο θάνατος του Ζορμπά", έχουν ως κεντρικούς ήρωες πραγματικά πρόσωπα. Διηγήματά του, δοκίμια, βιβλιοκριτικές, βιβλιοπαρουσιάσεις και άρθρα για διεθνή θέματα έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ζει στην Αθήνα αλλά είναι τακτικός επισκέπτης της γενέτειράς του.

Ο συγγραφέας Φ. Φιλίππου (6ος στη μέση)  με συγχωριανούς και φίλους του στους Κυνοπιάστες (Σεπτ. 2009)




Τον  Αύγουστο του 2011, η Πρωτοβουλία για την Εστία Ιστορίας και Πολιτισμού Κυνοπιαστών, τίμησε, ανάμεσα σε επτά Κυνοπιαστινούς συγγραφείς και ποιητές, τον Φίλιππο Φιλίππου, ο οποίος τον επόμενο μήνα, το Σεπτέμβρη, επισκέφτηκε και πάλι το χωριό του και ευχαρίστησε τους διοργανωτές της εκδήλωσης για την τιμή που του έκαναν.
Την Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013, ο Φίλιππος Φιλίππου, επισκέφτηκε για μια ακόμη φορά το χωριό που γεννήθηκε, τους Κυνοπιάστες χαιρέτησε συγγενείς και φίλους, γνώρισε νέους συγχωριανούς του και ήπιε το καφεδάκι του στο γραφείο της ενορίας του χωριού, όπου συναντήθηκε και με τον Πρόεδρο της Δημοτικής Κοινότητας Θωμά Σούλο (φωτο).
Ο συγγραφέας Φ. Φιλίππου (στο μέσον), με τον Πρόεδρο της Δημοτικής Κοινότητας Κυνοπιαστών Θωμά Σούλο (αριστερά), συνοδευόμενος από τον συγγραφέα, φίλο και συνεργάτη του, Αντώνη Δεσύλλα (δεξιά)
* Φίλιππος Φιλίππου είναι το συγγραφικό ψευδώνυμο του Φίλιππου, γιού του Θεοτόκη Πουλημένου (Γκίθε).