Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Τι έγινε σε Κορακιάνα και Κυνοπιάστες, πριν το 1864; Είναι αλήθεια ότι… «δεν ψήφισαν την Ένωση»; Πώς αντέδρασαν στο Γαστούρι; Η απίστευτη σκληρότητα των Άγγλων

ΑΠΟ ΤΟ «ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΗΛΙΩΣ» ΤΟΥ ΣΠ. ΚΑΤΣΑΡΟΥ, MIA AΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΗΓΗΘΕΝΤΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Οι σημερινοί κερκυραίοι έχουμε ακούσει από παράδοση ότι, όταν ήταν να ενωθεί η Επτάνησος με την Ελλάδα, δύο χωριά της Κέρκυρας, η Κορακιάνα και οι Κυνοπιάστες δεν ψήφισαν την Ένωση. Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι δεν έγινε τότε κανένα δημοψήφισμα και πως, κι αν ακόμη γινόταν, λιγοστοί ήταν οι κάτοικοι των χωριών με δικαίωμα ψήφου.

Η αίσθηση για τη διαφορετική στάση των δύο χωριών είχε δημιουργηθεί πέντε χρόνια ενωρίτερα από την Ένωση, στα τέλη του 1858, όταν έκανε διερευνητική του κλίματος, επίσκεψη σε Κορακιάνα και Κυνοπιάστες, ο απεσταλμένος της Αγγλικής κυβέρνησης και μετέπειτα πρωθυπουργός Ουίλιαμ Γλάδστων (φωτο)1. Τότε, δημοσιεύματα στην τοπική εφημερίδα «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ», ανάφεραν από εσφαλμένη ενημέρωση, ότι οι προεστοί και ιθύνοντες των δύο χωριών, εξέφρασαν φιλοαγγλικά και άρα ανθενωτικά αισθήματα, κάτι το οποίο διαψεύστηκε κατηγορηματικά με επιστολές τους. 
Ειδικότερα, στην περίπτωση των Κυνοπιαστών αναφερόταν και τα εξής:
«…Την ημέραν των Χριστουγέννων, τας τέσσαρας ώρας μ.μ. εξερχόμενοι πολλοί εκ του ιερού μετά τον εσπερινόν, έφθασε με την άμαξαν και ο κ. Γλάδστων εις την πλατείαν της πρωτευούσης της ιδίας Εκκλησί­ας και ευθύς εισήλθεν εντός της Εκκλησίας, με την συνοδίαν του και θεωρήσας με περιέργειαν εφιλοδώρησε τον εφημέριον και τον υπηρέτην.
Ημείς, χάριν περιεργείας, ερωτήσαμεν τον αμαξηλάτη, τις είναι; και είπεν, ο κ. Γλάδστων... Ευθύς όλοι όσοι παρευρέθησαν παρόντες (διότι οι κάτοικοι του χωρίου αριθμούν έως οκτακόσιοι και ουχί τριάκοντα), τω επεδώσαμεν τον πρεπούμενον χαιρετισμόν και τον συνωδεύσαμεν μέχρι των οσπητίων της κληρονομίας κ. Βιλέτα, όπου θεωρήσας την θέσιν, πολύ ευχαριστήθη.
Ακολούθως, πάλιν ήλθαμεν εις την Εκκλησί­αν, όπου είχαν διάφορα γλυκά, (κατά την συνήθειαν της ημέρας), εκ των οποίων έλαβεν ο κ. Γλάδστων και έδωκε πολλών παιδιών εκεί ευρεθέντων, επλήρωσε και κατόπιν αμοιβαίων χαιρετισμών ανεχώρησε...
΄Οχι μόνον όπου ούτε ωμιλήσαμεν δι’ όλου δια ένωσιν ή μεταρρύθμισιν! άλλα ούτε το είχομεν κατά νουν!
Εκ του άλλου ημείς είμεθα απόγονοι των Ελλήνων και το επιθυμούμεν πολύ περισσότερον από κάποιους όπου πλαστά λέγουν, θέλουν την ένωσιν... Πλην κατά το παρόν, ο άνθρωπος πρέπει να συμμορφώνεται με τον ορθόν λόγον και όχι με λόγους ατάκτους και ο­πού δεν έχουν ισχύν. »
Τέλος, ημείς εφέρθημεν εις τον κ. Γλάδστωνα με εξευμενισμόν, τον ευχαριστούμεν δια τον εδώ ερχομόν του και θέλει τω αποδώσωμεν προσωπικώς εν τω δωματίω, όπου κατοικεί, τας ευχαριστήσεις μας καθ’ ο εντιμοτάτω υποκειμένω.
Ταύτα και υποσημειούμεθα

I.      π. Γεωργίου Χριστόδουλος I. Έμμανουήλ Πουλημένος

Αλλά και στην περίπτωση της Κορακιάνας η σχετική επιστολή που δημοσιεύτηκε στη ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ, ξεκαθαρίζει το τοπίο αναφέροντας μεταξύ άλλων:

Ο Σταυράκης Μεταλληνός (που συναντήθηκε με τον Ουίλιαμ Γλάδστωνα), διερμή­νευσε με παρρησία στον ΄Αγγλο απεσταλμένο τα παράπονα των κατοίκων εναντίον της Προστασίας, για να επαναλάβη στο τέλος ότι αίτημα των κατοίκων ήταν η ΄Ενωσις με την Ελλάδα. «Ημείς, είπεν ο Μεταλληνός, είμεθα ΄Ελληνες και Χριστιανοί Ορθόδοξοι, τουτέστιν έχομεν κοινά με τους δούλους και ελευθέρους αδελφούς μας κατά την καταγωγήν και την γλώσσαν και την θρησκείαν, και ως εκ τούτου επιθυμούμεν να ενωθώμεν με το ΄Εθνος μας. Το εθνικόν τούτο αίσθημά μας καμμία δύναμις δεν δύναται να το εκριζώση εκ της καρδίας μας».

Τα χρόνια πέρασαν, η απομάκρυνση του Όθωνα από το θρόνο του μικρού Βασιλείου της Ελλάδος και η αντικατάστασή του από τον νεαρό βασιλιά Γεώργιο τον Α’, της Δανέζικης βασιλικής οικογένειας των Γλύξμπουργκ, που ήταν της επιλογής της Αγγλίας, οδήγησε σ’ αυτό που δεν ήθελαν μέχρι τότε, ούτε ν’ ακούσουν οι Άγγλοι. Στην Ένωση του υπό Αγγλική «προστασία» Ιονίου Κράτους, με το Βασίλειο της Ελλάδος.
Η εξέλιξη αυτή ερχόταν να δικαιώσει τον πολυετή αγώνα των Ενωτικών στα Επτάνησα, για την εθνική αποκατάσταση, ενώ έφερνε σε δύσκολη θέση τους ανθενωτικούς (καταχθόνιους τους έλεγαν), που ήταν ταγμένοι να στηρίζουν τη διατήρηση της Αγγλικής κυριαρχίας.
Όταν λοιπόν, επρόκειτο να ληφθούν και οι οριστικές αποφάσεις για το μέλλον των Επτανήσων, η ηγεσία των ανθενωτικών, επιχείρησε να… θολώσει τα νερά και να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο λαός επιθυμεί την παραμονή των νησιών υπό την Αγγλική κυριαρχία, για τη διατήρηση της ειρήνης και τη διασφάλιση της ηρεμίας στον τόπο.

«Το παραμύθι της Ηλιώς»

Μια εντελώς διαφορετική και άκρως ενδιαφέρουσα εκδοχή για τα γεγονότα που εξελίχθηκαν τότε, στην Κέρκυρα, γύρω από την Ένωση, περιγράφεται στο μυθιστόρημα «Το παραμύθι της Ηλιώς» του Σπύρου Κατσαρού, που εκδόθηκε κατά τη 10ετία του 1970.
Πόσο όμως μπορεί να εμπιστεύεται κανείς, τις περιγραφές ενός μυθιστορήματος, για τα ευαίσθητα αυτά ιστορικά ζητήματα της Κέρκυρας, χωρίς ιστορική τεκμηρίωση; Η απάντηση είναι, ελάχιστα και αυτό με πολλές επιφυλάξεις!
Τα ιστορικά ζητήματα, χρειάζονται ενδελεχή έρευνα στις αρχειακές πηγές, έτσι ώστε να φωτιστούν τα γεγονότα της εποχής, σε όλες τους τις διαστάσεις. Αλλά αυτό είναι έργο των ιστορικών…
Ωστόσο, επειδή και τα παραμύθια έχουν συχνά, ως βάση, πραγματικά ιστορικά γεγονότα - ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας, λέει ο Κάλβος - και επειδή γίνονται στο εν λόγω μυθιστόρημα, αναφορές σε συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο εκείνη την εποχή στις τοπικές υποθέσεις και περιγράφονται εντυπωσιακές λεπτομέρειες για τα όσα εξελίχθηκαν, μέσα στις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες, στα μέσα του 19ου αιώνα, έχει αξία να τα δει κανείς. Έχει αξία να διαβάσει την εκδοχή των γεγονότων περί την Ένωση, όπως περιγράφονται γλαφυρά από τον μελετητή της τοπικής ιστορίας, Σπύρο Κατσαρό, στο «Παραμύθι της Ηλιώς», καθώς μάλιστα, αυτή ανατρέπει πλήρως τα όσα με τη μορφή της προφορικής παράδοσης, έχουν φτάσει ως τις μέρες μας.

Τα πληθυσμιακά δεδομένα
Η Κορακιάνα και οι Κυνοπιάστες, ήταν και στα χρόνια εκείνα, δύο από τα πιο σημαντικά χωριά του νησιού. 
Η Κορακιάνα, 15 χλμ. βόρεια της πόλης με 2.483 κατοίκους, ήταν το μεγαλύτερο σε πληθυσμό χωριό της Κέρκυρας.
Οι Κυνοπιάστες, μόλις 8 χλμ. νότια της πόλης, σαφώς μικρότερο της Κορακιάνας, αλλά μεταξύ των μεγαλυτέρων χωριών του νησιού, είχε 885 κατοίκους.  Ένα τρίτο χωριό που έπαιξε σημαντικό ρόλο στα περί την Ένωση γεγονότα, ήταν το Γαστούρι, δίπλα στους Κυνοπιάστες, με 1.024 κατοίκους.Για την εκτίμηση των πληθυσμιακών αυτών στοιχείων αξίζει ν’ αναφερθεί ότι, τότε, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού της 1ης Μαρτίου του 1864, το νησί της Κέρκυρας μαζί με τα Διαπόντια, είχε 73.453 κατοίκους, η πόλη της Κέρκυρας είχε 17.114 κατοίκους και τα προάστιά της, 8.467 κατοίκους2.
Να σημειωθεί ότι η Κέρκυρα στα χρόνια της Ένωσης, ήταν τόπος μεγάλων κοινωνικών αντιθέσεων. Υπήρχαν οι λίγοι πλούσιοι και ισχυροί φεουδάρχες, ενώ έκαναν ήδη δυναμική την εμφάνισή τους οι ανερχόμενοι αστοί. Η μεγάλη ωστόσο, πλειονότητα του πληθυσμού στην πόλη και κυρίως στην ύπαιθρο (χωρικοί – βιλάνοι), παρέμενε πάμπτωχη και με περιορισμένη ακόμη πρόσβαση στην εκπαίδευση. Ελάχιστοι ήξεραν λίγα κολλυβογράμματα.

Το ενδιαφέρον απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Σπ. Κατσαρού

Το μυθιστόρημα «Το παραμύθι της Ηλιώς» του Σπύρου Κατσαρού, με καλογραμμένη ρέουσα αφήγηση, έχει κεντρικό θέμα, μια ερωτική ιστορία του 19ου αιώνα.
Εμβόλιμα, αναφέρεται στα γεγονότα της Ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα και ιδιαίτερα στα προηγηθέντα, με εντυπωσιακές λεπτομέρειες για τον τρόπο που ενεργούσαν οι υποστηριχτές της διατήρησης του καθεστώτος της Αγγλικής «προστασίας», για το ρόλο του χρήματος στις προσπάθειές τους και τις σχέσεις μεταξύ τους αλλά και με τον Άγγλο αρμοστή. Αποκαλύπτεται ακόμη η σκληρότητα με την οποία οι Αγγλικές αρχές αντιμετώπιζαν τους… απείθαρχους Κερκυραίους. Σκληρότητα που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτήν που επέδειξαν ενωρίτερα στην Κεφαλονιά και αργότερα στην Κύπρο.
Στο μυθιστόρημα, ο συγγραφέας, αφού περιγράφει το κλίμα και τους πανηγυρισμούς της 21ης Μαϊου 1864, για την Ένωση, από την σελίδα 58 του α΄ τόμου, εστιάζει κατ’ αρχήν σε ένα πρόσωπο, που διαφοροποιείται από το πλήθος, γιατί βλέπει… «να κινδυνεύει ο φούρνος του», καθώς ο ίδιος προμήθευε με ψωμί τον Αγγλικό στρατό, που αποχωρούσε.
Ήταν ο Παναούτσος Μεταλληνός από την Κορακιάνα, που όπως θα δούμε, ξεκίνησε την προσπάθεια ματαίωσης της Ένωσης. Τον ακολούθησαν με αντίστοιχα ιδιοτελή κίνητρα ο Αθανάσιος Παραμυθιώτης, ο Δημήτριος Κουρκουμέλης και ο αρχηγός των ανθενωτικών στα Επτάνησα Σπυρίδων Βαλαωρίτης, πάντα σε συνεργασία με τον ΄Αγγλο αρμοστή.
Ας δούμε όμως αυτούσια την περιγραφή, όπως αυτή γίνεται από τον Σπύρο Κατσαρό, στο «Παραμύθι της Ηλιώς».

Η 21η Μαίου 1864 και τα προηγηθέντα

Τo τμήμα του Ιγγλέζικου στρατού παρατά­χτηκε στο Μαντράκι από τη μια.
Από την άλλη παρατάχτηκαν οι Έλληνες στρατιώτες. Τό­τες ο Ιγγλέζος αξιωματικός φώναξε στη γλώσ­σα του «προσοχή». Προσοχή - φώναξε κι’ ο Έλληνας συνάδελφος του.
-  Επ’ ώμου - είπε ο ΄Αγγλος.
-  Επ’ ώμου - επανέλαβε κι’ ο Έλληνας,
-  Παρουσιάστε, συνέχισε ο ΄Αγγλος.
-  Φέρτε αρμ - ακολούθησε η φωνή του Έλ­ληνα.
Έτσι το παράγγελναν τότε το «παρουσιά­στε» στον ελληνικό στρατό. Αντίς παρουσιά­στε, φέρτε.
Παρακολουθούσε ο κόσμος τον τελευταίο τούτο τυπικό χαιρετισμό και πήγαινε να βγάλει το λαιμό του φωνάζοντας τα «ζήτω». Συνταρα­ζόταν η ατμόσφαιρα από τις χαιρετιστήριες, γιομάτες ενθουσιασμό, φωνές του πλήθους. Και μαζί βροντούσε το κανόνι.
Ήταν ανάμεσα στον κόσμο κι’ ο κυρ Παναγής ο Μεταλληνός που τον έλεγαν στην Κορακιάνα οι συχωριανοί του και τον ήξερε κι’ ο πολύς ο κόσμος «Παναούτσο». Δε φώναζε αυ­τός. Δε χειροκροτούσε. Δεν έρριχνε ζαχαρωτά. Στο πρόσωπό του ήταν περιχυμένη μια θλίψη. Ένας καϋμός. Μια βαθειά απογοήτευση, καθώς έπρεπε να το πάρει απόφαση πως εκεί μπροστά του, αυτά που έβλεπε, οι στρατιώτες, τα καρά­βια, οι κανονιές και το πλήθος πού φώναζε, ή­ταν εκείνο πού τόσα χρόνια τώρα κι αυτός κι οι φίλοι του το πολέμησαν με τόσο πείσμα και πάθος - ή Ένωση!
Ήταν από κείνους που ούτε ν’ ακούσουν ήθελαν για την Ένωση, ο Παναούτσος.
-                              - Με την ψωροκώσταινα μωρέ Κερκυραίοι να γίνουμε ένα; Και ν αφήσουμε την Αγγλία που κυβερνάει τους πέντε κόσμους; Έ; Το Δεσπότη και τους πολιτικάντηδες ακούτε και θέλετε να γίνετε Έλληνες; Δε σας αρέσει που είσαστε Εγγλέζοι; Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου!
Και τί δεν είχε κάμει ο Παναούτσος για να καταφέρει τούς φίλους του ν' αλλάξουν γνώμη και να το γυρίσουν με τους Ανθενωτικούς.
Τώρα; Τώρα πήγαιναν όλα χαμένα.
-     Κύτταξέ τους! Άλιχτάνε σαν τους σκύ­λους. Αυτό το βουρδούλιο, αυτό το μασκαραλί­κι είναι η Ένωση! Την κάμανε. Ακούς να την κάμουνε... Κερατάδες!
Πολλά μάτια υγραίνονταν εκείνη την ώρα. Από ενθουσιασμό, από εθνικήν έξαρση, από χαρά.
Τα μάτια του Παναούτσου ήταν έτοιμα να υγρανθούν από λύπη. Κι’ όλο γύριζε το μυαλό του πίσω. Στους τόσους αγώνες του, στις τόσες προσπάθειες... Στις ημέρες που άρχισε ν αναφαίνεται στον πολιτικόν ουρανό αυτό το μαύρο σύγνεφο της ΄Ενωσης.
Εγέλασε πολύ ο κυρ Παναγής, όταν του εί­παν οι πλεμπάγηδες στο χωριό, πως θα γίνει κί­νημα για να φύγουν οι ΄Αγγλοι και νάρθουν οι Έλληνες.
-      - Άει στο διάσκαντζο, μωρέ, τους είπε. Ε­σάς θα ρωτήσουμε τι θα κάμωμε και ποιά ση­μαία θ’ απλώσουμε από πάνω μας; Εσείς δεν ξέρετε τίποτ άλλο από το να μη σας αρέσει ό,τι έχετε.   
Όπως πέρναγε ο καιρός, έβλεπε πως τούτη η κουτοϊδέα «να φύγουν οι ΄Αγγλοι» άρχιζε να συζητιέται σαν κάτι σίγουρο.
-  Ακούς, μωρέ, σκεφτόταν μ' απελπισία, α­κούς να θέλουμε να διώξουμε τους Άγγλους! Κι' εγώ; Τι θα κάμω ύστερα εγώ; Με ρωτήσανε εμένα; Για ποιόν θα φροντίζω εγώ; Άμα φύγει ο Εγγλέζικος στρατός, σε ποιόν θα πουλάω κάθε μέρα χίλιες λίτρες ψωμί κορνέτο; Στους ΄Ελληνες;
Εγέλασε μονάχος του με την τελευταία σκέψη.
- Αυτοί οι ΄Ελληνες μωρέ, τρώνε μπομπότα και φασουλάδα σαν τα μοχτερά. Κι υστέρα, ποιός μου λέει ότι δε θα κάμουν τό ένα τους με κανέναν άλλο φούρνο; Έχουνε πίστη αυτοί; Τη δεκάρα κυττάζουνε γιατί τους δέρνει ή φτώχεια.
Πώς ήταν, λοιπόν, δυνατόν ο φούρναρης ο κυρ Παναγής, ο άρχοντας της Κορακιάνας να θέλει την Ένωση, τη στιγμή που κινδύνευε ο φούρνος του;
Τότες άρχισε να ψιθυρίζεται στη χώρα, πως όλο το κακό ξεκινάει από τα χωριά. Στη χώρα λιγοστοί είναι, έλεγαν, που θέλουν την Ένωση. Τόσος κόσμος που δουλεύει την Αγγλία τί θα γίνει; Είναι όμως αυτοί οι βιλάνοι…
- Αυτοί οι ζόρκοι κι οι ξυπόλυτοι συμ­πλήρωνε ό κυρ Παναγής.
Αυτοί «οι ζόρκοι κι’ οι ξυπόλυτοι» ήταν που φούντωναν το κίνημα το ενωτικό κι’ έκα­ναν παντοδύναμους τους Ενωτικούς πολιτευτές.
-  Αυτοί; αγανακτούσε ο Παναούτσος. Ξέ­ρεις τί είν αυτοί; Τώρα θα δεις πόσο πρέπει να τους λογαριάζει κανένας και να στηρίζεται πάνω τους.

Κορακιάνα: Υπογραφές σε λευκό χαρτί!

Σηκώθηκε και πήγε στην Κορακιάνα. Κι’ έπιασε σπήτι το σπήτι, έναν προς έναν τους χω­ριανούς.          
-  Βάλε δω μιαν υπογραφή κι’ εσύ μωρέ Σταυράκη.
-  Υπογραφή, κυρ Παναή; ρωτούσε εκείνος. Και γιατί δουλειά είναι;
-  Έλα μωρέ, ζορκόκωλε, που θα με ρωτήσεις γιατί δουλειά είναι! Για να μη φέγγει ο ή­λιος στο Σκριπερό είναι. Πάρε. Βάλε μιαν υπογραφή.
Αν τούκανε κανένας το δύσκολο, ήξερε να τα φέρει βόλτα ο κυρ Παναγής.
- Θέλεις να φέρω το χωροφύλακα να μου δώκεις πίσω τα χρωστιμιά; Βάλε μιαν υπογρα­φή και κατόπι σου λέω γιατί είναι.
Υπογράψανε σχεδόν όλοι οι Κορακιανίτες στο χαρτί που τους έδινε ο Παναούτσος. Τί θα χάναν; Έτσι κι έτσι, πoιός λίγο, ποιος πολύ, όλοι χρεοφειλέτες του ήταν. Κι αυτός o άρχον­τας του χωριού.
«Ναι, ορέ. Είμαι ό άρχοντας του χωριού και το θέλω. Γιατί μου αξίζει. Γιατί εμένα δε με γέννησε άρχοντα ο πατέρας μου. Γίνηκα μοναχός μου».
Κάτι τέτοιες σκέψεις έκανε ο Παναούτσος καθώς ένας - ένας οι Κορακιανίτες του υπόγραφαν με κλειστά μάτια την κόλλα το χαρτί, χω­ρίς να ξέρουν τί και για ποιο υπογράφουν. Κά­τι τέτοιες σκέψεις, να... «Αγγλία... Αγγλία... Μάννα των έξυπνων ανθρώπων και μπόγια των κουτών... Καλά τους κάνει και τους βαστάει α­νάμεσα ζωής και θανάτου. Τί ξέρουν από ζωή αυτοί; Ενώ εγώ.. Εγώ γεννήθηκα για να γίνω μεγάλος και τρανός. Γεννήθηκα για να γίνω πλούσιος. Να μην ξέρω πόσα έχω, όπως δεν ξέ­ρει η Αγγλία. Ένα είμαστε εγώ κι η Αγγλία. Ένα. Είμαι ή ψυχή της κι’ είναι η ψυχή μου.
Αυτή μ έκαμε ό,τι είμαι. Αυτή με γέμισε χρή­μα και δόξα. Με μισό βρακί και τρύπια παπού­τσια πέθανε ο πάππους κι ο πατέρας μου. Κι ε­μένα με βοήθησε η Αγγλία κι έγινα άρχοντας των αρχόντων στο χωριό μου».
Τέτοια σκεφτόταν ο Παναούτσος καθώς του υπόγραφαν το χαρτί οι Κορακιανίτες. Κι όταν γέμισε την κόλλα υπογραφές, σηκώθηκε και γύρισε στην πόλη. Την άλλην ημέρα, η Βουλή της Επτανήσου λάβαινε μιαν αναφορά. Λάβαινε ένα ψήφισμα των κατοίκων της Κορακιάνας που μ ένα στόμα και μια φωνή καταδίκαζαν την ΄Ενωση, αποκήρυτταν το Ενωτικό Κίνημα και τους Ενωτικούς πολιτευτές και ζητούσαν να μείνει η Αγγλία στα Εφτάνησα. Ποτέ να μη φύγει. Και να μην έλθει η Ελλάδα.
Όταν έμαθε ο Κωσταντάς πως οι Κορακιανίτες έστειλαν ψήφισμα στον ΄Αγγλο Αρμοστή κι εκείνος τόδωσε στη Βουλή κι ό,τι μ αυτό η Κορακιάνα καταδίκαζε το Κίνημα των Ενωτι­κών για την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, πήγε να σχίσει τα ρούχα του.
- Αυτό, ομολογώ δεν το περίμενα...
Αποφάσισε να πάει επί τόπου ο Κωνσταντάς να δει τί συμβαίνει. Του φαινόταν τόσο περίεργο κι αναπάντεχο το πράμμα!
- Πώς τόκαμαν αυτό οι Κορακιανίτες; Γιατί μας κάνουν τέτοιο ξαφνικό; Τί θέλουν και μας τα φέρνουν όλα άνω - κάτω;
΄Ανω - κάτω γίνονταν όλα. Το καταλάβαινε ο Κωσταντάς. Έβλεπε πως στο βάθος, υπήρχε κάποια παληανθρωπιά.
-  Δεν μπορεί. Πώς δηλαδή, έτσι στα καλά καθούμενα σηκώθηκαν οι Κορακιανίτες να το πουν αυτό; Πρέπει να βρούμε την άκρη.
Και ξεκίνησε για την Κορακιάνα καταγανακτησμένος.
- Ακούς εκεί! Να μη γίνει η Ένωση σου λένε και ποιοί; Οι Κορακιανίτες! Κι’ εμείς; Τι να κάνουμε εμείς, κύριε, - αν δε γίνει η Ένωση; Πάμε χαμένοι. Διαλύθηκε το κόμμα. Θα μας κα­ταπιεί ο Παραμυθιώτης...
Ο Παραμυθιώτης με Βαλαωρίτη: Καταχθόνια φλόγα…

Ο Κερκυραίος δικηγόρος Αθανάσιος Παρα­μυθιώτης, ήταν τοπικός αρχηγός στην παράτα­ξη των Ανθενωτικών. Από γαλαζοαίματο σόϊ δεν ήταν. «Πλεμπάγια της Στεριάς» τον έλεγε αργότερα ο Πολυλάς. Ήταν όμως έξυπνος άν­θρωπος κι’ αυτός κι’ ο πατέρας του. Είχαν κά­μει χρήμα κι’ ο Αθανάσιος κατάφερε να σπου­δάσει. Κι’ όταν φούντωσε το Ενωτικό Κίνημα και οι φυσικοί Αγγλόφιλοι δεν ήθελαν να εκτί­θενται και πολύ, κρατώντας την πισινή, χρειά­στηκαν κάποιον να ηγηθεί στο δικό τους κίνη­μα, το ανθενωτικό. Κι’ ο Παραμυθιώτης δέχτη­κε την προβολή του, που την διαλαλούσε κάθε μέρα το αρχοντολόι:
- Τί δουλειά έχομεν ημείς οι ευγενείς με την πολιτικήν του Παραμυθιώτη; Εάν ήτο ιδι­κή μας υπόθεσις, θα ηγούμεθα ημείς. Αλλ’ ο Παραμυθιώτης προέρχεται εκ του λαού. Λαϊκόν είναι το κίνημά του. Λαϊκόν και το κόμμα του. Και ημείς δεν έχομεν ιδικόν μας κόμμα. Ίσως τον υποστηρίξωμεν εάν πολιτευθή καλώς.
΄Οταν του είπαν του Παραμυθιώτη πως ο κυρ Παναγής, ο άνθρωπός του, έφερε το υπό­μνημα των Κορακιανιτών, αποφάσισε να το κρατήσει μυστικό και να μην το ανακοινώσει στον κόσμο.
Έτυχε να είναι στην Κέρκυρα εκείνες τις η­μέρες, ο Αρχηγός των Ανθενωτικών ολόκληρης της Επτανήσου, ο Σπυρίδων Βαλαωρίτης (φωτο) από τη Λευκάδα, ο εξάδελφος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Κι’  όταν του είπαν τα σχετικά με το Υπόμνημα της Κορακιάνας, έλαμψε στο μά­τι του μια καταχθόνια φλόγα. Θα τύπωνε σε χιλιάδες αντίτυπα το υπόμνημα, να το μοιράσει ως τα ακραία χωριά της Επτανήσου και να φωνάξει στον κόσμο:
- Νά, μωρέ χάπατα, νά που υπάρχει κι ένα χωριό στην Κέρκυρα που ξέρει να ζήσει!
Μα ο Παραμυθιώτης δεν τον άφησε:
- Αν το κάμεις αυτό, Αρχηγέ, του είπε, πάει χαμένο το Υπόμνημα. Θα βγει ο Κωνσταντάς και θα πει πως το κάναμε εμείς για φανό κι’ όχι ο κόσμος.
Απόρησε ό Βαλαωρίτης.
- Και μήπως ο κόσμος τόκαμε; Δεν σου είπε ο κυρ Παναγής πώς έγινε;
Κυνοπιάστες: 100 υπογραφές χωρίς να ξέρουν γιατί!
Με τη σειρά του τώρα, γέλασε καταχθόνια ο αρχηγός των Καταχθονίων της Κερκύρας. Έβλε­πε πόσο άπειροι στα πολιτικά ήσαν αυτοί οι λεφτάδες με τα γαλάζια αίματα. Πόσο άχρηστα κι’ ανίκανα στοιχεία θα ήσαν, αν δεν είχαν το χρήμα, ν’ αγοράζουν συνειδήσεις.
«Τί να γίνει, όμως…» σκεφτόταν. «Καλή κι’ ή συνείδηση. Καλό όμως, πολύ καλύτερο και το χρήμα...»
-  Ναι, αρχηγέ, του είπε. Ο κόσμος δεν το έκαμε το Υπόμνημα. Εμείς όμως θα δείξουμε πως ο κόσμος τόκανε. Θα βάλουμε κι άλλα χωριά να κάμουν το ίδιο Υπόμνημα.
-  Και θα το κάμουν;
- ΄Οταν πέσει χρήμα, ό,τι θέλεις γίνεται. Συμφωνάς να δώσουμε χίλιες χρυσές λίρες στους Κυνοπιαστινούς να κάμουν ένα ίδιο Υ­πόμνημα;  
-  Συμφωνώ. Να γίνει σήμερα. Αμέσως.
Κι έδωσε στον Παραμυθιώτη τις λίρες. Χίλιες.
- Δώσε μου και δέκα ακόμα για τους μπράβους.
- Πάρε και δέκα για τους μπράβους.
Σηκώθηκε τότε ο Παραμυθιώτης κι’ επήγε ο ίδιος στους Κυνοπιάστες. Δεν έπρεπε να ξέρει κανένας τα καθέκαστα. Και τα «καθέκαστα» δεν ήταν η υπόθεση για το Υπόμνημα. Ήταν το ζήτημα των χρημάτων. Ήταν το «σούγο» απ’ όλην αυτήν την υπόθεση.
Μπήκε μέσα στο χωριό θριαμβευτικά. Ξεδιά­λεξε κατόπι δέκα χωριανούς που ήταν οι πιο νοικοκυραίοι και τους πήρε παράμερα.
- Πρώτα - πρώτα, πάρτε από μια λίρα χρυ­σή ο καθένας. Και κατόπι σας λέω τι θέλω.
Οι άνθρωποι πήγαν να πέσουν να προσκηνήσουν.
- Ό,τι θέλεις αφεντικό.
- Ό,τι θέλω; Νά τι θέλω. Να μου μαζέψετε καμμιά πενηνταριά υπογραφές σε τούτη την κόλλα το χαρτί. Από δω και κάτω. Σήμερα ό­μως τις θέλω.
Οι χωριανοί αλληλοκυττάχτηκαν γιομάτοι αμφιβολίες κι επιφυλάξεις.
-  ΄Ετσι σε άσπρο χαρτί να μαζέψουμε υπογρα­φές; Χωρίς να ξέρουμε και χωρίς να λέμε γιατί τις ζητάμε;
Ο Παραμυθιώτης έκανε πως θυμώνει…
- Α... Πολλές κουβέντες θα κάμουμε, βλέ­πω… Τί σημασία έχει γιατί τις ζητάμε; Θα δώ­σουμε και λόγο;
Ύστερα τόρριξε στο χαμόγελο.
- Ακούστε παιδιά, μή μου χαλάτε τις καρ­διές σας. Αν δεν ημπορείτε, δώστε μου πίσω το παραδάκι. Φέρτε μου τις λίρες και βρίσκω άλλους.
- Τις λίρες; Νά σου τις δώσουμε πίσω; Τί λες αφεντικό! Και δε σου μαζεύουμε διακόσιες υπογραφές;
Του μάζεψαν εκεί στα γρήγορά, μέσα στα μαγαζιά και στα λουτρουβιά, εκατό υπογραφές αντίς πενήντα που ζήτησε. Πήρε αυτός ύστερα τη λευκή κόλλα με τις υπογραφές και συμπλήρωσε πάνω όσα έπρεπε να συμπληρώσει. Οι Κυνοπιάστες αποκήρυτταν τον Ενωτικόν Α­γώνα και ζητούσαν να μείνει η Αγγλία στον τόπο για νάχουν εξασφαλισμένη την ειρήνη, την ευημερία και τη δικαιοσύνη... Και γιομάτος θριαμβευτικά χαμόγελα, πήγε να συναντήσει τον Βαλαωρίτη.
-  Ορίστε! Οι Κυνοπιάστες καταψηφίζουν την ΄Ενωση!
 Οι πρωταγωνιστές τσέπωναν τις λίρες
Ο Βαλαωρίτης έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
-  Το λες αλήθεια; Με χίλιες λίρες αγοράσαμε ένα ολόκληρο χωριό; Μα  αν είναι έτσι, για­τί να μη διαθέσουμε από τόσες σε κάθε χωριό; Θ’ αποδείξουμε ότι ο Ενωτικός Αγώνας είναι κολπάκι της πολιτικής. ΄Οτι δεν έχει οπαδούς. Πόσα χωριά μεγάλα έχει ή Κέρκυρα; Εκατό; Εκατό χιλιάδες λίρες. Τρίχες. Θα συνάψουμε έ­να δάνειο και θα τους μοιράσουμε τις λίρες. Οι ίδιοι θα το πληρώσουν ύστερα, φθάνει να πιάσει τα κόλπο.
-  Ναι, είπε ο Παραμυθιώτης. Γίνεται. Ανα­λαμβάνω εγώ προσωπικά. Μόνο που δε φθάσανε οι χίλιες λίρες στους Κυνοπιάστες. Εκατό υ­πογράψανε το Υπόμνημα και τους πληρώσαμε από δεκαπέντε λίρες στον καθένα, το όλον χίλιες πεντακόσιες. ΄Αλλες πεντακόσιες θα μου δώσετε.
Ο Βαλαωρίτης δε δίστασε ούτε στιγμή.
-  ΄Αλλες πεντακόσιες; Να σου τις δώσω α­μέσως. Τέτοια φέρνε μου εσύ και παίρνε όσα θέ­λεις. Δίνε τους όσα ζητάνε. Αυτοί οι ίδιοι θα τα πληρώσουν; Γιατί χαμογελάς;
-Α... να... σκέφτομαι τι φτηνοί που είναι οι χωριάτες. Με δεκαπέντε λίρες αγοράζεις  κι’ από έναν. Με χίλιες πεντακόσιες όλο το χωριό...
Κι’ από μέσα του σκεφτόταν:
«Αν μοίραζα στ’ αλήθεια χίλιες πεντακό­σιες χρυσές λίρες στους Κυνοπιάστες, όχι Υπόμνημα, μα να κάψω το χωριό θα μπορούσα...». Με τούτη τη σκέψη μελαγχολούσε.     
«Ναι, σκεφτόταν, με τα όβολα κάνεις τον κόσμο ό,τι θέλεις. Τον σέρνεις απ’ τη μύτη και τον βάνεις να βαρεί μαχαιριές πάνω στο ίδιο του το κορμί. Ο Κωσταντάς όμως; Πώς τα κα­ταφέρνει ο Κωσταντάς και τους σέρνει από τη μύτη χωρίς δεκάρα να ξοδεύει; Πώς τα καταφέρ­νει κι’ έχει όλο το λαό μαζί του; Εμείς μόνο με τα όβολα και την απάτη τους τραβάμε. Ως πότε όμως και ως πού μπορεί να πάει αυτό; Ο κόσμος κάτι άλλο ζητάει... Κάτι άλλο που δεν ημπορούμε να του το δώσουμε εμείς. Και γι’ αυτό μας απαρνιέται και γυρίζει με τους Ενωτικούς...».
Τις σκέψεις του Παραμυθιώτη τις έκοψε ο Δημήτριος Κουρκουμέλης, πολιτικός κι’ αυτός των Ανθενωτικών. Τον είχε καλέσει ο Βαλαωρίτης να πάνε μαζί στον Αρμοστή, να του πα­ρουσιάσουν το νέο θρίαμβο. Ο Παραμυθιώτης είχε πει να τον συνοδέψει αυτός, σαν τοπικός αρχηγός που ήταν. Μα ο Βαλαωρίτης είχε πει
οχι.
-  Μείνε εσύ. ΄Ασε νάρθει καλύτερα ο Κουρ­κουμέλης. ΄Αλλοτε θα πάμε μαζί. ΄Οταν συγκεν­τρώσουμε κάμποσα υπομνήματα. Τότε θα είναι κι η δόξα σου μεγαλύτερη.
Φυσικά, ο Παραμυθιώτης καταλάβαινε πως πίσω από την άρνηση του Βαλαωρίτη κάτι κρυ­βόταν. Τι όμως; Δεν ημπορούσε να τα φαντα­στεί. Και παίδευε τα μυαλό του.
«Γιατί θέλει τον Δημήτρη; Γιατί δεν παίρνει εμένα; Τί μαγειρεύει αυτός ό Λευκαδίτης που κυλάει από τις κάσες του το χρυσάφι σα να ή­ταν παληοσίδερο; Δεν μπορεί... δεν μπορεί... κάτι μου μυρίζει εδώ, που δε θέλει να με πάρει μαζί του στον... Κάτι μου μυρίζει, μα δεν ξέρω τί».
Εκείνο που μύριζε του Παραμυθιώτη, ήταν χρυσάφι. Μα δεν το πήρε χαμπάρι. Το σκέπασε ό Βαλαωρίτης με την αγαθή παρουσία του Κουρκουμέλη, που δεν καταλάβαινε και πολλά πράγματα.  
-Μαζί να πάμε Δημήτρη, τούπε ο Βαλαωρίτης. Δε νομίζεις ότι είναι προτιμότερο;
-  Ναι... ναι... απάντησε ο Κουρκουμέλης. Κι’ ύστερα αφού σκέφτηκε λίγο το πράμμα, ρώτησε με απορία:
-Και πού θα πάμε;
Οι δύο άλλοι γέλασαν με την καρδιά τους.
-  Μα, στον Αρμοστή θα πάμε. Πάλι θα τα λέμε; .
-  Α, ναι... ναι... ξανακίνησε το κεφάλι μπρος - πίσω, νεύοντας το ναι που έλεγε και με τα χείλη. Και συνέχισε:
—Στον Αρμοστή, βέβαια, πάλι θα τα λέμε; Γιατί όμως θα πάμε στον Αρμοστή;
Ο Βαλαωρίτης νεύριαζε με τε ασυγκράτητα και ειρωνικά γέλοια του Παραμυθιώτη.
-  ΄Ελα, πάμε, είπε στον Κουρκουμέλη. Τα λέμε στο δρόμο.
Στο δρόμο ο Βαλαωρίτης κατατόπισε όσο χρειαζόταν τον Κουρκουμέλη.
—΄Ακου Δημήτρη, του είπε, θα δώσουμε στον Αρμοστή το Υπόμνημα των Κυνοπιαστινών. Όταν ο Αρμοστής με ρωτήσει τί χρήματα πλη­ρώσαμε για να υπογράψουν οι βιλάνοι το Υπό­μνημα, εγώ θα του πω πως τίποτε δεν τρέχει. Ύστερα θα βρω μιαν αφορμή να βγω έξω και θα του σκάσεις εσύ το παραμύθι. Θα του πεις ότι μοιράσαμε δέκα χιλιάδες λίρες για να μαζέ­ψουμε τις υπογραφές. Κατάλαβες;
— Δέκα χιλιάδες λίρες, μοιράστηκαν στους Κυνοπιαστινούς. Κατάλαβα.
Ύστερα από λίγο όμως κατάλαβε ακόμα κα­λύτερα ο Κουρκουμέλης. Και διαστέλλοντας τα μάτια κύτταξε τον Βαλαωρίτη καθώς προχωρού­σαν προς το παλάτι.
-  Δέκα χιλιάδες λίρες είπες; Μοιράστηκαν δέκα χιλιάδες λίρες κι’ εγώ δεν πήρα ούτε μία;
Σταμάτησε στη μέση του δρόμου.
- Άκου, Βαλαωρίτη, του είπε έξαλλος από θυμό. Εμένα θα με πληρώσετε γι’ αυτή τή δουλειά που έγινε. Αλλοιώς τα βγάνω όλα στη φόρα.
Ο Βαλαωρίτης όμως δεν ανησύχησε με τις απειλές του Κουρκουμέλη. Γιατί να άνησυχήσει; Μήπως δεν τόχε στο νου του να τον πληρώσει; Μόνο που θα τον έβγανε με λίγα. Ενώ ο Παραμυθιώτης θα του ζητούσε τα μισά. Έπιασε λοιπόν τον Κουρκουμέλη από το μπράτσο και τον τράβηξε να προχωρήσουν.
-΄Ελα, του είπε, προχώρει να μην καθυ­στερούμε και μη φοβάσαι. Θα πληρωθείς με το παραπάνω. Εγώ στον Παραμυθιώτη δεν έδωσα δέκα χιλιάδες. Έδωσα οχτώ κι’ αυτές μοιράστη­καν στους Κυνοπιάστες. Οχτώ χιλιάδες. Θα πάρουμε λοιπόν από τον Αρμοστή δέκα. Οπότε περσεύουν δύο χιλιάδες. Θα πάρουμε χίλιες καθένας. Είσ ευχαριστημένος;
Το μάτι τού Κουρκουμέλη έλαμψε.
—Χίλιες λίρες! Καλά είναι. Μ’ αρέσει που είσαι δίκαιος και τα μοιράζεις στη μέση.
—Ναι Δημήτρη. Μεταξύ κατεργαρέων χρει­άζεται ειλικρίνεια. Δεν ξέρω όμως τι θα γίνει αν το μάθει ο Παραμυθιώτης. Θα θέλει κι εκεί­νος μερτικό...
Σκοτείνασε το μάτι του Κουρκουμέλη.
-  Άλλα βάσανα πάλι... Και γιατί να το μάθει;
Γέλασε ο Βαλαωρίτης.
-  Αυτό λέω κι’ εγώ. Είν’ ανάγκη να του το πούμε;
—Όχι. Να μην του πούμε τίποτε.
Συμφώνησαν να μην πούνε τίποτε στον Παρα­μυθιώτη. Ο Κουρκουμέλης χώνεψε καλά την υπόθεση. Θάλεγε πως ιδέα δεν είχε για χρήμα­τα. Τα κανόνισε αυτά ο Βαλαωρίτης. Κι’ η δου­λειά πήγε περίφημα. Χίλιες λίρες ο Κουρκουμέλης. Χίλιες πεντακόσιες ο Παραμυθιώτης. Εφτά χιλιάδες τετρακόσιες ενενήντα ο Βαλαωρίτης. Και δέκα λίρες οι μπράβοι των Κυνοπιαστών που γύρισαν στα σπήτια το Υπόμνημα. Από μία ο καθένας. Τις μέτρησε ο Αρμοστής  εις υγείαν της Αγγλίας που πάντα τα σπάει, μα και πληρώνει πάντα τα σπασμένα. Τις μέτρησε εκεί, τις έβαλε σ ένα σάκκο κι έστειλε δύο στρατιώτες μαζί με τον Βαλαωρίτη να τις κουβαλήσουν.
Την ίδια ώρα ο Κωσταντάς, πήγαινε με το λοντόνι στην Κορακιάνα.

Κορακιάνα: Μετά τις υπογραφές… «Ζήτω η Ένωση!»

Οι Κορακιανίτες δέχτηκαν τον Κωσταντά με τα «ζήτω η ΄Ενωση - Κάτω οι χαρτοκολάροι  που πίνουνε το αίμα της αγροτιάς».
Μαζεύτηκαν όλοι στο χώρο μπροστά στο Σαγράδο κι’ εκεί ο Κωσταντάς τους έβγαλε λό- γο και τους είπε τα καθέκαστα.
΄Οτι «λαέ της Κορακιάνας, εσύ δεν είσαι σαν τον υπόλοιπο λαό. Δεν είσαστε άνθρωποι που θέλετε το καλό σας. Η Κέρκυρα, από τα αρχαία της χρόνια μαζί με τα άλλα Εφτάνησα, είναι Ελλάδα. Γι’ αυτό οι ΄Αγγλοι πρέπει να φύγουν κι’ εμείς να γίνουμε ένα κράτος με τους Έλληνες. Κι άμα το επιτύχουμε αυτό, τότε πάει και τελείωσε. Δε θα πληρώνουμε κατόπι το σολιάτικο που μ αυτό μας πίνουν το τίμιο αίμα μας και θησαυρίζουν με τον ιδρώτα μας. Τα λουτρουβιά θα γίνουνε δικά μας. Του καθενός που τρίζουν μέσα στα λιθάρια και στον ερ­γάτη τα κόκκαλά του. Δίχως κανίσκια και τέ­τοιες αηδίες. Έτσι είναι στην Ελλάδα. Δεν έχουν αρχόντους. Όλοι είναι το ίδιο κι ο καθέ­νας έχει την άξια του. Τα χτήματα είναι του καθ’ ενός που τα δουλεύει. Όχι να δουλεύετε εσείς και να μαζεύουν το χρυσάφι οι αρχόντοι και να γελάνε μεσάς. Γι’ αυτό πρέπει να γίνει η Ένωση. Ενώ εσείς, πήγατε και υπογράψατε μιαν αναφορά, ένα Υπόμνημα, πώς δε θέλετε να φύγουν οι ΄Αγγλοι. Που θα πει ότι θέλετε να μείνετε από κάτω από τους αρχόντους να σας βυζαίνουν, όπως βυζαίνουν οι βδέλες το αίμα σας».
Τέτοια κι άλλα παρόμοια είπε ο Κωσταντάς στους Κορακιανίτες και κατέληξε:
-  Ήρθα, το λοιπόν, να σας ρωτήσω και να μου τα πήτε γραπτώς, τώρα εδώ. Να φύγουν, ή να μείνουν οι ΄Αγγλοι;
-  Να φύγουν, να φύγουν! φώναξαν όλοι μαζί. Κι’ ο Κωσταντάς συνέχισε.
-  Θέλετε, ή δε θέλετε να βγάλετε από πάνω σας το αρχοντολόι και να πάρετε δικά σας τα χτήματα;
-  Θέλουμε... θέλουμε... ξαναφώναξαν μ’ ένα στόμα.
-  Τότε, γιατί υπογράψατε εκείνο το Υπόμνημα να μη φύγουν οι Άγγλοι; ρώτησε γιομά­τος απορία.
-  Οι χωριανοί αλληλοκυττάχτηκαν. 
-  Το Υπόμνημα; Ποιό Υπόμνημα; Κανένα Υπόμνημα δεν υπογράψαμε εμείς. Εξόν και λες γι’ αυτό που μας έδωκε ο Παναούτσος... Ήταν άγραφο...
-                        Ο Κωσταντάς δε θέλησε πολλά για να καταλάβει.
-                        - ΄Αγραφο το υπογράψατε;
-                        - ΄Αγραφο.
-                        - Τότε να υπογράψετε εδώ, τώρα, ένα γραμ­μένο. Συμφωνάτε;
-                         - Συμφωνάμε, συμφωνάμε...
-                        Γρήγορα - γρήγορα ο Κωσταντάς συνέταξε μιάν αναφορά και την έδωσε πρώτα στους πιό γέρους να την υπογράψουν.
-                        - ΄Ελα, μπάρμπα Γιάκο, αρχίζουμε από τον ίδιο. Βάλε πρώτος εσύ μιάν υπογραφή.
-                        Ο μπάρμπα Γιάκος κοντοζύγωσε.
-                        - Και τί λέει τώρα εδώ;
-                        - Λέει να φύγουν οι ΄Αγγλοι και νάρθουν τ’ αδέλφια μας οι ΄Ελληνες. Νά λευτερωθούμε. Λέει να καταργηθούν τ αρχοντικά και να χορ­τάσουμε ψωμί.
-                        Τον κύτταξε ο γέρος δισταχτικός. Και μ όλη του την αφέλεια παρατήρησε.
-                        - Να φύγουν οι ΄Αγγλοι. Καλά. Μα οι αρχόντοι ύστερα δε θα μαζεύουν πια χρήματα και δέ­κατο από εμάς;
-                         - Όχι είπε θριαμβευτικά ο Κωνσταντάς.
-                        - Όχι; Και τότες παιδί μου, από που θα παίρ­νουμε εμείς κάνα δάνειο να τα πορεύουμε;
Μέσ’ στην ώρα έφτασαν κι οι αργατιές του Παναούτσου και των Ζερβοπουλαίων. Οι Ζερβοπουλαίοι ήταν κιαυτοί ανθενωτικοί γιατί δια­χειρίζονταν τ’ αρχοντικά της περιοχής κι εί­χαν θησαυρίσει. Και μαζί με τις αργατιές κι οι «έμπιστοι» οι «μπιστικοί» όπως τους έλεγαν τότε κι από κει μας απόμεινε κι η λέξη «πι­στικός» για κείνον που του εμπιστεύονται τη φύλαξη των προβάτων.
Μπήκαν μέσα στον κόσμο οι μπιστικοί του Παναούτσου. Ρώτησαν κι έμαθαν τι συμβαίνει. Και πρόφτασαν τον Κωσταντά, την ώρα που αγωνιζόταν να κάμει την αρχή με την υπο­γραφή του μπάρμπα Γιάκου.
-  Τί τους λες του λόγου σου, αφεντικό; Αλ­λοίμονό τους αν μάθει ο Παναούτσος ότι τον βγάνουμε ψεύτη. Προχτές του υπογράψανε τ’ αντίθετά απ αυτά που τους βάνεις να ύπογράψουν τώρα. Και τώρα του τα λέτε αλλοιώς;
Κάτι δοκίμασε να πει ο Κωσταντάς, μα οι άλλοι δεν τον άφησαν. ΄Αρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί στον κόσμο απειλητικά:
-  Να σηκωθήτε όλοι και να πάτε στις δου­λειές σας. ΄Οτι, έτσι και κάμετε τίποτε τέτοιο, φυλακή θα σας βάλει όλους ο Παναούτσος και θα γιομίσουνε τα κατώγια του Σαγράδου.
Κάποιοι δοκίμασαν να πουν, ότι εκείνο που υπόγραψαν του Παναούτσου, δεν ήξεραν τι εί­ναι κι’ ότι τους ξεγέλασε. Μα οι μπιστικοί ήξε­ραν καλά τη δουλειά τους. ΄Αρχισαν τις φοβέρες.         
-Να κάμετε τη δουλειά σας, όπως σας λέ­με. Αφήστε τον αυτόν να πάει στα χωριά τα δικά του να του υπογράψουν. Τι έρχεται στην Κορακιάνα και μας σκοτίζει τον έρωτα; Να τα πληρώσουνε, δηλαδή, οι Κορακιανίτες τα σπα­σμένα από τους ΄Αγγλους; Αλησμονήσατε το κλουβί του Μιχαλόπουλου του Συνιώτη; Δεν το βλέπετε που καρτερεί;
Οι χωριανοί, στη θύμηση του «κλουβιού» ανατρίχιασαν σύγκορμοι. Θυμήθηκαν την ιστορία όπως την έζησαν και την έλεγαν οι παληότεροι, πού ζούσαν ακόμα.

Τον πέθαναν σε… σιδερένιο κλουβί!

Πριν κάμποσα χρόνια ήταν, ο Μιχαλόπουλος ο Συνιώτης, τάβαλε με τους ΄Αγγλους. Έκανε λαθρεμπόριο κι’ ήρθε σ’ ανοιχτό πόλεμο μα­ζί τους. Έλεγε: «Είμαι Έλληνας εγώ. Αυτοί εί­ναι ΄Αγγλοι και να πάνε στην Αγγλία. Νάρθουν οι Έλληνες εδώ».
Όλος ο Ιγγλέζικος στρατός τον κυνηγούσε τον Μιχαλόπουλο. Μήνες ολόκληρους. Και κά­ποτε τον έπιασαν. Τον έδερναν με το βοϊδοπούτσι εκατόν πενήντα ραβδισμούς την ημέρα τρεις μέρες, ως που το κορμί του έγινε όλο μία πληγή. Ύστερα έστησαν ένα σιδερένιο κλουβί στο βουνό πάνω από τον ΄Αη Μάρκο, που φαί­νεται η κορφή του πέρα ακόμα κι’ από τη χώρα, Το στερέωσαν με βολύμι στο βράχο να μην μπορεί να το βγάλει άνθρωπος. Και σακατεμέ­νο, ετοιμοθάνατο όπως ήταν, έβαλαν μέσα τον Μιχαλόπουλο και τον άφησαν εκεί, να τον δέρ­νει η νύχτα και το κρύο, οι βροχές κι’ οι αγέρηδες. Ως που πέθανε κι’ έφαγαν τις σάρκες του οι κοράκοι και τα ζούδια.
Ύστερ’ από καιρό, άφηκαν να πάρουν την καταξυλή του οι δικοί του και να τη θάψουν. Όμως, το κλουβί έμεινε εκεί χρόνια. Να το βλέπουν όσοι δεν είχαν μυαλό και να βάνουν.

Το παιχνίδι της δημοσιότητας

Ο Κωσταντάς κατάλαβε πως τίποτε πια δεν ημπορούσε να κάμει. Έβλεπε πως το παιγνίδι ήταν χαμένο στην Κορακιάνα. Και κίνησε να φύγει. Όταν βγήκε από τα τελευταία σπήτια του χωριού, οι μπιστικοί του Παναούτσου και των Ζερβοπουλαίων τον πρόγκιξαν. Τον γιουχαϊσαν.
Στην πόλη έμαθε και τα άλλα τα νέα. Όχι μόνον η Κορακιάνα μα και οι Κυνοπιάστες είχαν στείλει αναφορά κι’ έγραφαν τα ίδια. Κατάγγελναν το Ενωτικό Κίνημα σαν πολιτικό παιγνίδι έξω από την πραγματική θέληση και τις επιθυμίες του λαού
Γιόρταζαν το θρίαμβό τους οι ανθενωτικοί. Ποιος τον έπιανε και ποιος τον κρατούσε τον Παραμυθιώτη.
-  Τί να γίνει; σκεφτόταν ο Κωσταντάς. Ας γιορτάσουν τώρα. Ας φάνε. Θάρθει η ώρα που θα τα ξεράσουν. Εκεί που πήγαν τα πράγματα κι όπως διαγράφεται η όλη κατάσταση, με αναφο­ρές δε χαλάει η Ένωση. Θα γίνει, ό,τι και να κάμουν. Μόνο να μην την ντροπιάζαμε στα μά­τια της οικουμένης. Γιατί αυτές οι αναφορές θα δημοσιευτούν στον Τύπο της Ευρώπης και θα μας ξευτελίσουν.
Και δεν είχε άδικο. ΄Οπως το πρόβλεψε, έτσι κι’ έγινε. Πήρε ο Αρμοστής Στορξ τις δύο αναφορές, τη μια της Κορακιάνας που δεν του ζήτησαν χρήματα και την άλλη, την ακριβοπλη­ρωμένη των Κυνοπιαστών και συντάσσοντας με βάση αυτές ένα υπόμνημα μακροσκελέστατο, το υπέβαλε με ειδικό και ταχύτατο ταχυδρόμο στην Κυβέρνησή του. Διαβεβαίωνε εκεί χωρίς καμμιά επιφύλαξη, πως οι Κερκυραίοι και φυσι­κά όλοι οι Επτανήσιοι ούτε ν’ ακούσουν ήθελαν για την Ένωση με την Ελλάδα, «κράτος αναρχούμενο, πτωχό, που... ουδεμίαν σχέσιν έ­χουν μετ’ αυτού». Κι’ ακόμα ότι όλα τα παρουσιαζόμενα σαν ενωτικά κινήματα, δεν ήταν στην πραγματικότητα η αληθινή έκφραση των επιθυμιών του λαού, άλλα σκηνοθετημένα φαι­νόμενα της ενωτικής πολιτικής που «εκπνέουσα προ της ανθενωτικής επιθυμίας του λαού, τα εδημιούργει δια να επιζήση ως κόμμα πολι­τικόν».
Αυτό το υπόμνημα του Στορξ χτενίστηκε από την Αγγλική Κυβέρνηση όσο έπρεπε και μαζί με τις αναφορές της Κορακιάνας και των Κυνοπιαστών, δόθηκε στη δημοσιότητα, μέσω ολοκλήρου του Ευρωπαϊκού Τύπου και με τους τίτλους:
«Παρά την απόφασιν της Αγγλίας, αδύνατος καθίσταται η Ένωσις της Επτανήσου με την Ελλάδα - Αντιδρά ο λαός της Επτανήσου» ή:
«Οι Επτανήσιοι απειλούν επανάστασιν κα­τά της Ελλάδος, εάν το ελεύθερον κράτος των παραδοθή εις το Ελληνικόν Βασίλειον».
Εν τω μεταξύ, από την Επτάνησο, το κόμμα του Βαλαωρίτη με την αμέριστη βοήθεια της Αγγλίας και το χρήμα που ασυλλόγιστα σπαταλούσε, τροφοδοτούσε τον Ευρωπαϊκό Τύπο με «επίκαιρα» νέα της Επτανήσου που έβλεπαν τη δημοσιότητα στις πρώτες σελίδες των εφη­μερίδων. Κι’ έγραφαν οι εφημερίδες της Ευρώ­πης, παίρνοντας «ανταποκρίσεις» από «επίλε­κτα ηγετικά στελέχη των Επτανησίων:
«Οι Έπτανήσιοι μεταμελούνται και δεν θέλουσι να υποστηρίξωσι την Ένωσιν. Ολίγοι βουλευταί (της Ιονίου Βουλής) θα ευρεθώσι να ψηφίσωσιν. Αυτός δε ο Βασιλεύς δεν θα έλθη φοβούμενος εκ της στάσεως τού "Ιουλίου. Πρέ πει δέ νά κατεβή περιστοιχισμένος υπό συμμα χικοϋ ή Δανικού στρατού και τούτο θά είναι ώς νέα κατοχή της Ελλάδος. Εν Επτανήσω, υπεθάλποντο ταραχαί. Έπετέθησαν έν Ζακύνθω κατά του Λομβαρδού οι αντιλομβαρδιανοί, ενώ εψάλλετο δοξολογία εν τω μητροπολιτικώ ναώ. Μετ’ αυτού συνενώθησαν οι Οθωνισταί, διαμένοντες εν Ζακύνθω και αντιδράττουσιν εις την έλευσιν του Βασιλέως και εις την Ενωσιν».
Και συνέχιζε ό Τύπος, περιγράφοντας τα της Επτανήσου:
«Εφόρμησαν οι αντιλομβαρδιανοί εν τω ναώ και ένοπλοι ηπείλησαν τον Λομβάρδον, θέλοντα να ομιλήση προς τον λαόν. Αυτός διακη­ρύττει με την δημοσιογραφίαν του, ότι ο λαός της Έπτανήσου δυσπιστεί εις τα περί Ελλάδος προτεινόμενα της Αγγλίας. Συνήθισε αεί εις το να βλέπη την Αγγλικήν πολιτικήν υποστηρίζουσαν την Τουρκίαν και ότι προς το καλόν της Ελλάδος ποιείται, αυτό διαστρέφει η Αγ­γλία προς όφελος εαυτής και της Τουρκίας. Ε­πί δεκαπέντε έτη ζητεί την Ένωσιν ο Επτανήσιος και να εισέλθη εις τήν έθνικήν αποκατάστασιν και πάντοτε εμποδίσθη και ετιμωρήθη υπό της προστασίας.
Ως  Αγγλόπιστοι δε και βλαπτικοί εις την Ελλάδα διασύρονται οι φρονούντες ότι η Ένω- σις γενομένη παρά της Αγγλίας, και ηγεμών φερόμενος παρ’ αυτής εις τον Ελληνικόν θρό­νον, θα συντελέσωσιν εις το μεγαλείον της. Ο λαός εξηγριώθη κατά της Αγγλίας υπό του Λομβάρδου και των Ριζοσπαστών και ουδόλως εμπιστεύονται εις αυτήν. Μόνοι οι εργαζόμενοι μετά της Αγγλίας υπέρ Ενώσεως, θέλουσι το αγαθόν της Επτανήσου και της Ελλάδος, Μετ’ αύτών πρέπει να συνεργασθή ο νεαρός ηγεμών (ο Γεώργιος ο Α') εάν θέλη να στερεώση την βασιλείαν του».
Αυτά έγραφε ο Τύπος της Εύρώπης και άλ­λα παρόμοια, «ανταποκρίσεις» από την Επτά­νησο και την Ελλάδα. Από την άλλη μεριά ό­μως, οι ανθενωτικοί κορύφωναν τον ύπουλον ανθενωτικόν αγώνα στα παρασκήνια.
Τόσον ο Στορξ με το υπόμνημά του που το συνόδευαν οι δύο αναφορές, όσο κι’ οι Ανθενωτικοί με τις «ανταποκρίσεις» και τις «συνεντεύξεις» τους στον Ευρωπαϊκό Τύπο, ήταν κατηγο­ρηματικοί στη διαβεβαίωσή τους, ότι ο λαός της Επτανήσου ούτε ν’ ακούσει ήθελε για Ένωση με την Ελλάδα. Δεν έμενε καμμιά αμφιβολία για τα κοινό μάτι, όταν κύτταζε αυτά τα «τρομερά ντοκουμέντα».
Όμως το μάτι της Αγγλικής πολιτικής δεν ήταν το κοινό μάτι.
Οι ΄Αγγλοι καταλάβαιναν ποια ήταν η ρίζα όλων αυτών των ανθενωτικών φαινομένων. Κι ενώ από τη μια σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά κατέληγαν στην απόφαση να παραχωρήσουν την Ένωση, από την άλλη δεν παρέλειπαν να δημιουργήσουν αναστατώ­σεις, για να φανεί στο παγκόσμιο πως ο Επτα­νησιακός λαός αισθάνεται ότι «χάνει την Αγγλία» κι όχι ότι απαλλάσσεται απ αυτήν.
Γι’ αυτό έδωκαν ευρύτατη δημοσιότητα στις αναφορές των δύο χωριών.

Η αντίδραση των Ενωτικών από τη «Νέα Εποχή»

Νά όμως που αυτή η ευρύτατη δημοσιότητα στάθηκε ανέλπιστη βοήθεια για τον Κωσταντά και τους Ενωτικούς. Πήραν τις αναφορές των δύο χωριών και τις δημοσίευσαν κι αυτοί στο τοπικό όργανό τους, στη «Νέα Έποχή», εφημερίδα που τυπωνόταν στην Κέρκυρα και κυ­κλοφορούσε σ’ όλα τα Επτάνησα και στην Ελ­λάδα ακόμα. Και μαζί με τις αναφορές, δημοσίεψαν εκτός από τα δυσμενή γι’ αυτές σχόλια του Ευρωπαϊκού Τύπου - που δεν έλλειψαν παρά τις προσπάθειες των ανθενωτικών – κι’ ένα τρο­μερό «κατηγορώ» εναντίον του Βαλαωρίτη, του Παραμυθιώτη και των άλλων αρνητών των ιε­ρών και όσιων» όπως τους αποκαλούσαν, που γυρίζουν στα χωριά και εξαπατούν τον κόσμο βάνοντάς τον να υπογράψει κείμενα που ποτέ δεν του τα διάβασαν.
Και κατέληγε η «Νέα Εποχή», σε κάθε σχετικό δημοσίευμα, απευθυνομένη προς τον κόσμο της εξοχής:
«Κανένας να μην υπογράψει πια τέτοια άγραφα χαρτιά κι’ οι αγρότες ν’ αποδιώχνουν με βάναυσο κι’ άγριο τρόπο τούς απατεώνες, πού δεν κάνουν τίποτε άλλο, παρά να κηλιδώ­νουν την εθνική συνείδηση του λαού».
Μα του Κωσταντά, δεν του γέμιζε το μάτι αυτή η τόσο αόριστη παρακίνηση, ή-στηριγμέ­νη στην «εθνική συνείδηση».
Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει και στο τέλος δεν άντεξε. Χρησιμοποίησε και το μεγάλο του όπλο.
-  Τι τους λέμε εθνική συνείδηση κι’ αέρα κουβέντα; Γράφτε, βρε αδελφέ, το μεγάλο ζήτημα. Γράφτε:
«Και τα χτήματα θα τα πάρουν εκείνοι πού τα δουλεύουν για δικά τους».
Αυτό γράφτε και θα με θυμηθήτε. Μέσ’ στην ώρα εκυκλοφόρησε η «Νέα Εποχή» με δημοσιευμένες τις αναφορές των δύο χωριών που ζητούσαν «να μη γίνει η Ένωσις» και που τις υπομνημάτιζαν οι Ενωτικοί:
«... και για να μην πάρουν τα χτήματα αυτοί που τα δουλεύουν, προσπαθούν να παραστή­σουν ότι ο κόσμος δε θέλει την Ένωση...»
Μέσ’ την ώρα εκυκλοφόρησε, γιατί οι άν­θρωποι του Παραμυθιώτη είχαν ξεχυθεί στις εξο­χές και δοκίμασαν να κυκλοφορήσουν  δεκάδες αναφορές, παρόμοιες μ εκείνες της Κορακιάνας και των Κυνοπιαστών. Και το κόλπο θάπιανε, για καλά, αν στο Γαστούρι δε συνέβαιναν όσα συνέβησαν και μαθητεύτηκαν μονομιάς σ’ όλο το νησί.

                                                    Η συνέχεια αύριο

Πώς το Γαστούρι διέκοψε την εξαγορά υπογραφών κατά της Ένωσης

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Εφημερίδα ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ, φύλλα 46 του 1858 και 50, 51 του 1859   
  2. Πορφυρίου Πανδή, Η εξέλιξη του πληθυσμού του Ν. Κερκύρας 1864 - 1999

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου