Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Τι έγινε σε Κορακιάνα και Κυνοπιάστες, πριν το 1864; Είναι αλήθεια ότι… «δεν ψήφισαν την Ένωση»; Πώς αντέδρασαν στο Γαστούρι; Η απίστευτη σκληρότητα των Άγγλων

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΗΓΗΘΕΝΤΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΑΠΟ "ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΗΛΙΩΣ" ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΥ


ΜΕΡΟΣ Β'        
Το Γαστούρι αντιδρά στην επιχείρηση εξαγοράς από τον Κουρκουμέλη
Ήταν Κυριακή πρωί, ίσα - ίσα που απόλυσε η εκκλησιά κι’ ήταν μισοφορεμένος ακόμα τα άμφια ο παπ’ Αλέξαντρος, γέροντας ογδοήντα χρονώ. Ο «άγιος», τον έλεγαν οι Γαστουριώτες κι’ οι γύρω χωριανοί. Ήταν ψηλόκορμος, βερ­γάτος, καμπάνα η φωνή του, μπαμπάκια είχε στα μαλλιά και στα γένια, φως στα μάτια κι’ έβγανε ένα δίσκο ο ίδιος και δεν έφευγε από κοντά σου αν δεν τούβανες μέσα όβολα. Στα­ματούσε στη μέση τη «λουτρουγιά» κι’ έβγανε το δίσκο. Μάλωνε και τους νοικοκυραίους όταν τούβαναν μέσα λίγα. Και κατόπι πήγαινε στ’ «αργαστήρι» αγόραζε μανέστρα, ρίζι και άλλα φαουλάρικα και τα μοίραζε σ’ όσους δεν είχαν να φάνε στο χωριό.
Όταν του μιλούσαν οι χωριανοί, τον έλεγαν παπ’ Αλεξαντρή. ΄Οταν όμως μιλούσαν μεταξύ τους, δεν έλεγαν «ο παπ’ Αλεξαντρής». Έλεγαν «ο άγιος». Έλεγαν «στο σπήτι τ’ άγιου».
΄Ισα - ίσα που απόλυσε η εκκλησιά ήταν, ό­ταν έφτασε στο Γαστούρι ο Κουρκουμέλης μα­ζί με δύο μπράβους. Κατέβηκαν από το λοντόνι και κίνησαν να πα να προσκυνήσουν.
΄Οταν μπήκαν μέσα στην εκκλησία, ο κόσμος παραμέρισε να περάσουν. Ο Κουρκουμέλης πλησίασε, φίλησε τις εικόνες. ΄Υστερα πήρε το χέρι του παπ’ Αλεξανδρή και τσακίζοντας το γόνατο, το φίλησε ευλαβικά. Ο παπ’ Αλεξαντρής του άπλωσε το δίσκο. Αυτός έβγαλε από την τσέπη του δύο χρυσές λίρες και τις έβαλε μέσα.
-     Τη μια εγώ και την άλλη ο Παραμυθιώτης δέσποτα, του είπε για τους φτωχούς σου.
Μα ο παπ’ Αλεξαντρής δεν τον είδε με κα­λό μάτι τον Κουρκουμέλη, από την πρώτη στιγ­μή. Δεν του καλοάρεσε. Κυριακή πρωί να τον δει με το λοντόνι και τους μπράβους στο χωριό! Του κίνησε την υποψία αυτή η αναπάντεχη επί­σκεψη. Και τον τράβηξε παράμερα.
-  ΄Ο,τι θέλεις νά μου πεις εμένα, του είπε.. Ό,τι θέλεις από το χωριό να μην το πεις στ’ αργαστήρια.
-  Ναι, του απάντησε ο Κουρκουμέλης. Τώρα που να φύγει ο κόσμος θα σου πω.
Όταν αποβγήκε ο κόσμος μέσα από την εκ­κλησία, ο Κουρκουμέλης μίλησε χωρίς περι­στροφές και πολυλογίες στον παπ’ Αλεξαντρή.
-  Να μη σου λέω πολλά, δέσποτα. Καταλα­βαίνεις μοναχός σου. Έχετε τόσες ανάγκες εδώ στο χωριό. Θα σου δώσω εγώ όβολα να τρώνε ένα χρόνο οι φτωχοί σου. Θα σου γεμίσω το δίσκο χρυσάφι. Θα με βοηθήσεις κι’ εσύ να υπογράψουν εδώ, όσοι χωριανοί θέλουν νάχουμε την ησυχία μας...
Ο παπ’ Αλεξαντρής, δεν είχε ανάγκη να του πει πολλά ο Κουρκουμέλης. Όχι. Κατάλα­βε αμέσως. Από πριν ακόμα του το πει, είχε καταλάβει τι θέλει. Από την ώρα που τον είδε μέσα στην εκκλησιά, με τόση προθυμία να ρίχνει δύο χρυσές λίρες στο δίσκο. Κι’ είχε συγκρατηθεί. Τώρα όμως, όταν άκουσε έτσι ωμά να του ζητάει να ξεγελάσει αυτός ο ίδιος τον κόσμο του και να τον βάλει να υπογράψει την καταδίκη του, τα μάτια του πέταξαν φλόγες. Εί­χε διαβάσει κι’ αυτός τα όσα έγραφε η Νέα Ε­ποχή - πώς ξεγέλασαν τους Κορακιανίτες και τους Κυνοπιαστινούς κι’ έγινε ο όμορφος αγώνας για την Ένωση, βουρδούλιο.
Τάχε διαβάσει και του τάχε πει κι’ ο ίδιος ο Δεσπότης, ο Αθανάσιος, πριν ακόμα τα δει γραμμένα. Και ήξερε. Γι’ αυτό, άρπαξε τον Κουρκουμέλη από το μπράτσο και τον κούνησε μπρος πίσω.
-       Να σηκωθείς αμέσως και να φύγης από το Γαστούρι, του είπε.
Ο Κουρκουμέλης κάτι δομίκασε να πει. Μα ο παπ’ Αλεξαντρής δεν τον άφησε.
-  Να σωπάσεις και να φύγεις αμέσως. Να πάρεις τους ανθρώπους σου και να μην ξαναπατήσετε στο Γαστούρι.Τ’ ακούς;
Ο Κουρκουμέλης τραβήχτηκε φοβισμένος. Τα μάτια του γέροντα έλαμπαν φλογισμένα. Η μορφή του, καθώς ακόμα φορούσε τα λευκά άμφια, φάνταζε σαν αρχαγγέλου και τρόμαζε τον Κουρκουμέλη.
-  Καλά, θα φύγω, του είπε. Και τράβηξε προς την πόρτα.
-  Θα φύγω, ξαναείπε. Προσκυνώ το χέρι σου. Μόνο εγώ θα κάμω τη δουλειά μου κι’ εσύ θα χάσεις τα όβολα.
Καθώς έλεγε την τελευταία κουβέντα, έβαλε το χέρι στην τσέπη και κουδούνισε τις λίρες που είχε μέσα. Ύστερα τόβγαλε κι’ έκαμε το σταυρό του. Βγήκε. Και βγαίνοντας φασκέλωσε κατά την εκκλησιά.
-  ΄Αει στο διάολο! ψιθύρισε. Μας τα πάρα σκοτίσανε αυτοί οι παπαδοκαλογέροι. Στάσου να πάω στα μαγαζιά ν’ απλώσω πάνω στους πάγκους καμμιά εικοσαριά χρυσές και τα λέμε.
Τράβηξε κατ’ ευθείαν για τα μαγαζιά που, Κυριακή πρωί καθώς ήταν, μαζεύτηκαν οι χω­ριανοί να πιουν ένα ούζο και να παίξουν κανένα τρισέτε. Και μπήκε στο πρώτο μαγαζί που συ­νάντησε.
΄Οταν μπήκε μέσα στο μαγαζί ό Κουρκουμέλης - πίσω τον ακολουθούσαν οι δύο μπράβοι - ο κόσμος που καθόταν τον καλημέρισε ανοιχτόκαρδα. Κι’ εκείνος δεν έχασε την ευκαιρία.
-  Κέρασε όλα τα παιδιά. Ό,τι θέλουν.
Κι’ ενώ ο αργαστηριάρης έβανε στα ποτηρά­κια το ούζο, ο Κουρκουμέλης άνοιξε συζήτηση.
- Ήθελα να σας πω δύο κουβέντες και να προσπαθήσετε να τις καταλάβετε. Μπορεί και να τόχετε μάθει, ότι στα καλά καθούμενα βάλθηκαν κάποιοι να μας κάμουν άνω - κάτω με τους Ιγγλέζους και να βάλουν τον κόσμο να σκοτωθεί με το στρατό, όπως γίνηκε στην Κεφαλωνιά. Λέμε εμείς, το λοιπόν, ότι ναι, καλά είναι να φύγουν οι ΄Αγγλοι. Πρέπει να φύγουν νάρθουν οι ΄Ελληνες. Όμως όχι έτσι στα κουτουρού. Να το κουβεντιάσουμε το πράμμα. Να δούμε τι μας γίνεται. Να γίνουν δουλειές με σέστο. Όχι ο καθένας που δεν έχει τι να κάμει, να λέει: Κατεβαίνω στην πολιτική κι’ ανακατώ­νω τον κόσμο.
 Έβαλε το χέρι στο τσεπάκι του γιλέκου κι’ έβγαλε μια κόλλα χαρτί. Την ξεδίπλωσε. Κι’ απλώνοντάς την προς τους χωριανούς που τον κύτταγαν σιωπηλοί:
- Ορίστε, τους είπε. Το κόμμα το δικό μας δεν είναι λόγια. Είναι έργα. Μ’ έστειλαν εδώ να σας βάλω να υπογράψετε, ότι το Γαστούρι θέλει την ησυχία του. Όποιος τη θέλει υπογρά­φει. Όποιος δεν τη θέλει, ας όψεται και ας μη μας πει πως δεν τον ειδοποιήσαμε. Εμείς κατα­λαβαίνουμε τις ανάγκες σας. Κι’ ύστερα δε θέ­λουμε να υπογράψει κι’ όλο το χωριό. Καμμιά εκατοστή, που θα πάρουν και τα συχαρίκια...
Ήταν έτοιμος πολλά ακόμα να πει ο Κουρκουμέλης. Μα δεν πρόφτασε. Μόλις έφυγε από την εκκλησιά, ο παπ’ Αλεξαντρής τον πήρε στο κατόπι, έτσι φορεμένος με τα άμφια όπως ήταν. Μπήκε πρώτα στο ΄Αγιο Βήμα, πήρε το Βαγγέλιο στο χέρι - του και ακολούθησε τον Κουρκουμέλη από μακρυά. Σαν τον είδε να μπαίνει μέσα στο μαγαζί, αυτός τράβηξε από την πίσω μεριά των σπητιών και μπήκε στο πα­ρακάτω μαγαζί.

«Να διώξουμε το σατανά από το Γαστούρι»

Σάστησαν οι χωριανοί, σαν είδαν τον «άγιο» με τα άμφια και το Βαγγέλιο στο χέρι να μπαί­νει μέσα στο μαγαζί. Σηκώθηκαν όλοι κι’ έκα­μαν το σταυρό τους. Κι’ ο παπ’ Αλεξαντρής αφού πρώτα τους ευλόγησε, κατόπι τους φώναξε μ’ όλη του τη δύναμη:
-          Ελάτε κατόπι μου. Ο Σατανάς βρίσκεται στο Γαστούρι. Έλατε να τον διώξετε.
Οι χωριανοί δε ρώτησαν τον παπ’ Αλεξαντρή τί συμβαίνει. Εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από την εμφάνισή του, με τα άμφια και το Βαγ­γέλιο μέσα στο μαγαζί! Πού ακούστηκε; Κι΄ έτρεξαν κατόπι του. Εν τω μεταξύ, από τ’ άλλα μαγαζιά, βγήκε κι’ άλλος κόσμος. Κι’ όλοι μα­ζί μ’ επικεφαλής τον «άγιο» μπήκαν μέσα στο μαγαζί που μιλούσε ο Κουρκουμέλης. Εκείνος τάχασε σαν τους είδε. Έγινε κίτρινος. Έχασε το χρώμα του. Κι’ ο παπ’ Αλεξαντρής ύψωσε όσο γινόταν τη φωνή του για να ακούγεται κι’ απ’ έξω που συνωστιζόταν ο κόσμος κι’ εφώναξε:
-          Ε, συ, καταραμένε άνθρωπε! Εσύ είσαι φταίχτης μεγάλος και γι’ αυτό κιτρίνισες κι’ έ­γινες σαν το φλιέρωνα. Ήρθες εδώ να μας αγοράσεις με τα όβολα τα δικά μας, που μας τα παίρνεις με τους ΄Αγγλους. Ήρθες να μας πεις να σου υπογράψουμε, ότι δε θέλουμε να γίνου­με κύριοι του ιδρώτα μας. Ότι πουλάμε και τα σπήτια μας και τα παιδιά μας και την ψυχή μας και την πατρίδα μας. Να φύγεις, Να φύγεις αμέσως από το Γαστούρι. Τ’ ακούς;
Ύστερα γύρισε προς τους χωριανούς.
-          Εσείς, τι κάθεστε και τον ακούτε; Φαρ­μάκι να γίνει το ούζο που έχετε μέσα στο ρακογυάλι σας, αν δεν τον διώξετε αμέσως κι’ αν τον ξαναφήσετε νάρθει στο Γαστούρι, αυτόν κι’ όποιον άλλον πολεμάει την Ένωση. Αυτόν κι’ όποιον άλλον αρνιέται στον κόσμο να γίνει κύριος του κόπου του και της δουλειάς του.
Σήκωσε ψηλά το Βαγγέλιο με τα δύο του χέρια.
-          Αστραπή να γίνει να σας κάψει ο λόγος του Θεού, αν ακούσετε το δικό του λόγο. Να τον διώξετε όπως του αξίζει. Κακώς του κακού να τον διώξετε κι’ απάνω μου το κρίμα. Αλλοιώς να σας τό πληρώσει ο ύψιστος.
Οι χωριανοί έμειναν και κύτταζαν μια τον «άγιο» μια τον Κουρκουμέλη. Μια το Βαγγέλιο, μια την τσέπη με τις λίρες που είχε τάξει ο Κουρκουμέλης. Κι’ ο παπ’ Αλεξαντρής βγήκε από την πόρτα κι’ αμίλητος πιά, τράβηξε μονα­χός του για την εκκλησιά. Δεν ήταν ανάγκη να μείνει πιά. Ήξερε τι θα γίνει. Το καταλάβαι­νε. Και δεν ήθελε να είναι μπροστά. Τόξερε κα­λά, πως στο τέλος, οι Γαστουριώτες δε θα δεί­λιαζαν και θα τον έδιωχναν τον Κουρκουμέλη, όσες λίρες κι’ αν τους έταζε. Θα τον έδιωχναν με τις κλωτσιές. Ίσως να τούπαιρναν και τις λί­ρες. Μα στο τέλος θα τον έδιωχναν, χωρίς να του υπογράψει κανένας την ψευτοαναφορά.
Έτσι κι’ έγινε.
Στην αρχή οι Γαστουριώτες δεν του κακομίλησαν του Κουρκουμέλη. Σαν είδε όμως αυτός τον καλό τους τρόπο, τους παρεξήγησε. Νόμισε πως θ’ απόβγανε τη θύμηση των λόγων του παπ’ Αλεξαντρή και τις φοβέρες του, με τ’ α­στεία και τα όβολα. Και καθώς οι χωριανοί τον κύτταγαν υποψιασμένοι, σήκωσε τους ώμους.
-          Εγώ σας δίνω λίρες, η αγιότητά του σας δίνει Βαγγέλιο και κατάρες, είπε γελώντας. Διαλέχτε κι’ ότι σας γιομίζει την κοιλιά καλύτερα, πάρτε.
Ο λόγος πείραξε τους χωριανούς. Και το πείραγμα το ανταπέδωσε ο Στεφανής ο Κοντός, ο Γαστουριώτης, που οι χωριανοί τον παρανό­μιζαν «ληστή».

Διώχνουν κακήν κακώς  το Κουρκουμέλη και τους μπράβους του

Ο Στεφανής ο Κοντός, ο «ληστής», ήταν ένας άντρας δύο μέτρα ψηλός. Ως εκεί πάνω. Γιομάτος και καλοστεκούμενος. Δούλευε μερο­κάματο στο τσαπί κι’ έβγανε δουλειά για δύο. Τα χέρια του ήταν σαν το σίδερο. Κι’ εφορούσε χειμώνα καλοκαίρι, μια μάλλινη πλεχτή φανέλα από χοντρό προβατίσιο μαλλί. Τίποτ’ άλλο. Ούτε πουκάμισο, ούτε σακάκι. Μό­νο μια φανέλα. Είχε ορφανέψει από μικρός και τον μεγάλωσε η παπαδιά του παπ’ Αλεξαντρή. Είχε μείνει μαζί τους ως πού παντρεύτηκε, Κι’ έλεγε τον παπά «αφέντη», όπως λένε στα χωριά τον πατέρα. Αφού για πατέρα, τον γνώ­ρισε. Και για τούτο πειράχτηκε περισσότερο απ’ όλους τους χωριανούς με το λόγο του Κουρ­κουμέλη.
Σηκώθηκε όρθιος ο Στεφανής και πλησίασε τον Κουρκουμέλη. Τον έπιασε από το γιακά της βελάδας.
-          Βγάλε όξω όσα όβολα έχεις απάνω σου, του είπε και τον κούνησε βάναυσα. Βάλτα εδώ, πάνω στον πάγκο.
Ο Κουρκουμέλης σάστισε κι’ έκαμε να τραβήξει το χέρι του Στεφανή. Μα ο Στεφανής τον τίναξε μπρός - πίσω.
-          Κάμε αυτό που σου λέω να μη σε πιάσω και σε σκάσω στη γης.
Τότες έκαμαν να πλησιάσουν κατά το μέρος του Στεφανή οι δύο μπράβοι που είχε φέρει από τη χώρα ο Κουρκουμέλης να τον φυλάνε. Μα δεν πρόφτασαν.
Σέρνοντας και τον Κουρκουμέλη κατά το μέρος τους καθώς τον κρατούσε από τα πέτα του γιακά με το δεξί χέρι, πλησίασε αυτός πρώτος και με το αριστερό χέρι άστραψε ένα ανάποδο χαστούκι στα μούτρα του ενός. Και πριν αυτοί προφτάσουν ακόμα να συνέλθουν από την απροσδόκητη επίθεση, τους άρπαξαν οι χωριανοί και τους πέταξαν κυριολεκτικά, έξω από το μαγαζί.
Οι δύο μπράβοι του Κουρκουμέλη, καμώθηκαν ν’ αντισταθούν, καθώς οι χωριανοί τους έσπρωξαν έξω απ’ το μαγαζί. Όλοι μαζί όμως άρχισαν να τους σπρώχνουν, να τους χτυπούν, να τους γιουχαΐζουν και να γελούν με την καρδιά τους.
Εν τω μεταξύ ο «ληστής» είχε απομείνει μόνος με τον Κουρκουμέλη μέσα στο μαγαζί. Τον υποχρέωσε να βγάλει από τις τσέπες του όσα χρήματα είχε, κρατώντας τον πάντα απ’ το γιακά και ταρακουνώντας τον. ΄Υστερα τον τρά­βηξε προς την πόρτα, τον έβγαλε έξω, τον πήγε κοντά στους δύο μπράβους ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στους χωριανούς που τους είχαν περι­κυκλωμένους και δίνοντάς του μια γερή σπρω­ξιά τον έρριξε απάνω τους.
Κι’ οι τρεις, χάνοντας την ισορροπία, έπε­σαν κατά γης, στο λασπωμένο δρόμο. Κι’ όταν τους είδε έτσι πεσμένους τον ένα πάνω στον άλλο ο Στεφανής, πρώτα έβαλε τα γέλια. Ύστε­ρα έφτυσε μέσα στις φούχτες του, έτριψε τις παλάμες και φώναξε στους χωριανούς που κι’ ε­κείνοι γελούσαν:
-          Ελάτε τώρα να τους κάμουμε στίβα.
Μα οι δύο μπράβοι, σαν άκουσαν το λόγο του Στεφανή, πετάχτηκαν όρθιοι και πέφτοντας με τα μούτρα πάνω στούς χωριανούς, άνοιξαν δρόμο και τόβαλαν στά πόδια. Πίσω τους ακολούθησαν οι Γαστουριώτες με φωνές και σφυ­ρίγματα. Όχι για να τους πιάσουν. ΄Ετσι για να τους προγκίξουν. Τους ακολούθησαν ως την άκρη του χωριού, που καρτερούσε το λοντόνι. Μα οι μπράβοι δε στάθηκαν. Το προσπέρασαν και κατηφόρισαν κάτω κατά τη λακιά. Χάθη­καν μέσα στις εληές και τους λόγκους.
Όταν είδε το λοντόνι ο Στεφανής, πλησίασε και απόζεψε τ’ άλογα. Τα κέντρισε κι’ εκείνα φοβισμένα από τις φωνές του κόσμου άρχισαν να τρέχουν. Πάνω στο δρόμο. Κατά τη χώρα. Ύστερα ό Στεφανής έδωσε μια και αναποδογύρισε το λοντόνι. Τόρριξε κάτω από το μουράγιο. Κατέβηκε κι’ αυτός. Και το ξανακύλισε. Το ξα­νακύλισε. Το ξανακύλισε. Ως που τόφτασε στην κατηφοριά και το γκρέμισε μέσα σ' ένα λάκκο.
-          Γκρέμισες το λοντόνι, ορέ! του είπαν οι άλλοι γελώντας. Θα το πληρώσεις κακομοίρη μου, αν είναι των ΄Αγγλωνε.
Ο Στεφανής τους κύτταξε. Σκούπισε το στόμα του με την ανάστροφη του χεριού κι’άσθ- μαίνοντας βλαστήμησε.
-          Θα γκρεμίσω και τα γιοφύρια, όχι τα λοντόνια. Νά μην ξαναπατήσει κερατάς στο Γαστούρι να μου αποπάρει τον αφέντη.
Κι’ έφτυσε κατά το μέρος της χώρας.
Μέσ’ στην ώρα, φάνηκε στη κορφή του δρό­μου ο Κουρκουμέλης. ΄Ηταν γεμάτος λάσπες, από την κορφή ως τον πάτο. Είχε αφήσει το ξε­ρό καπέλο του μέσα στο μαγαζί κι’ ήταν ανα- μαλλιασμένος. Ο φιόγκος του λαιμού τούχε λυθει και ανέμιζε. Σαν τον είδε ο Στεφανής, έκανε πως τρέχει κατά πάνω του. Κι’ ο Κουρκουμέλης τρομοκρατημένος τόβαλε στα πόδια. Χώθηκε ανάμεσα στα σπήτια. Τα προσπέρασε. Βγήκε από την άλλη μεριά του χωρίου και με την ψυχή στο στόμα κατηφόρησε κι’ αυτός στη λακκιά.
Όταν απομακρύνθηκε αρκετά, στάθηκε και έστρεψε το κεφάλι κατά το χωριό. Σήκωσε το χέρι, τόσφιξε σε γροθιά και δάγκωσε το δείχτη στη βάση του με δύναμη, ως που πόνεσε. Τα μάτια του πετούσαν φωτιές.
- Ξευτελισμένη πλεμπάγια, ψιθύρισε.

Άγγλοι στρατιώτες περικυκλώνουν το Γαστούρι

 Αξημέρωτο ήταν ακόμα, όταν ο Στεφανής ο «ληστής», κίνησε Δευτέρα πρωί για τη δου­λειά του. Και καθώς έκανε να βγει από τα ακρινά σπήτια του χωριού είδε πέρα - πέρα, γραμμή να κινούνται προς το χωριό οι σκιές δεκάδων καβαλαρέων.
Κοντοστάθηκε υποψιασμένος. Και κατάλα­βε αμέσως.
- Οι ΄Αγγλοι στρατιώτες, ψιθύρισε με κομ­μένη την αναπνοή.
΄Αρχισε να προχωρεί γεμάτος προφυλάξεις γύρω - γύρω στο χωριό. Απ’ όλες τις μεριές ήταν αποκλεισμένο.
Γύρισε πίσω, άφησε τα σύνεργα της δουλει­άς σε μιάν άκρη και χτύπησε την πρώτη πόρτα.
-          Ανοίχτε, ορέ. Εγώ είμαι, ο Στεφανής. Ανοίχτε γιατί έρχονται οι ΄Αγγλοι.
Του άνοιξαν και μπήκε μέσα. Τους είπε τα καθέκαστα. Κι’ ύστερα βγήκε μαζί με τους άν­τρες του σπητιού. Πήγαν καί σ’ άλλα σπήτια. Ειδοποίησαν όλους. Κι’ ίσα - ίσα που άρχισε να φέγγει κατά τα βουνά της Στερηάς, όλοι στο χωριό ήξεραν, πως τα σπήτια ήταν ζωσμένα από ΄Αγγλους στρατιώτες. Κανένας δεν ήταν ν’ αποτολμήσει να βγει και να φύγει. Κι’ όλοι κλείστηκαν μέσα. Αμπάρωσαν τις πόρτες και περίμεναν γεμάτοι τρόμο. Τί θάκαναν οι ΄Αγ­γλοι; Με ποιο τρόπο θα τιμωρούσαν για τα χτεσινά περιστατικά;
Όμως οι ΄Αγγλοι δεν εμπήκαν στο χωριό. Ξημέρωσε, έφεξε καλά, βγήκε ο ήλιος, κι’ αυτοί κάθονταν γύρω - γύρω στο χωριό, δημιουρ­γώντας μιαν αδιαπέραστη ανθρώπινη ζώνη με τα ντουφέκια στο χέρι.
Τότες, όλο με μιας, ίσα - ίσα που ξεμύταγε ο ήλιος ακούστηκε να σημαίνει η καμπάνα της εκκλησίας. Ο παπ’ Αλεξαντρής όπως συ­νήθιζε κάθε πρωί, είχε πάει να ψάλλει έναν ύμνο στην εκκλησιά, μια προσευχή.
Έτσι έκανε κάθε πρωί με το βγάλσιμο του ήλιου. Σήμαινε την καμπάνα και προσευχόταν. Κι’ οι χωριανοί στα χωράφια που δούλευαν, η στις εληές από κάτω, σηκώνονταν κι’ έκαναν το σταυρό τους.
Του φάνηκε παράξενο του παπ’ Αλεξαντρή, σαν είδε κλεισμένα τα πορτοφάνεστρα των σπητιών. Καί γι’ αυτό σήμανε την καμπάνα, έ­κανε το σταυρό του και δεν άνοιξε την εκκλη- σιά όπως πάντα. Κίνησε κατά τα σπήτια, που ήσαν παράμερα από την εκκλησιά κι’ από το δικό του το σπήτι. Κι’ ίσα - ίσα που πλησίαζε, είδε μπροστά του μιά ομάδα ΄Αγγλους. Μαζί ήταν κι’ οι δύο μπράβοι που την περασμένη το πρωί, συνόδευαν τον Κουρκουμέλη.
Ο γέροντας κατάλαβε αμέσως τί εσήμαινε η παρουσία των ΄Αγγλων μαζί με τους μπράβους του Κουρκουμέλη. Κι’ έκαμε το σταυρό του. Ύστερα πλησίασε προς το μέρος τους, σή­κωσε το χέρι και τους ευλόγησε.
Οι χωριανοί, παραμόνευαν πίσω από τα κλει­στά παράθυρα και τις πόρτες.
΄Ενας ΄Αγγλος Αξιωματικός, ο επικεφαλής της ομάδας, πλησίασε το γέροντα, στάθηκε προσοχή, χαιρέτησε στρατιωτικά κι’ ύστερα άρ­χισε να του μιλάει ιγγλέζικα.
Ο γέροντας δεν καταλάβαινε. Καθόταν και τον άκουε χαμογελώντας ήρεμα, με τη μορφή λουσμένη από μιαν υπερκόσμια γαλήνη. Φαίνε­ται πως ο ΄Αγγλος κάτι τον ρωτούσε. Και κα­θώς δεν έπαιρνε απάντηση, άρχισε να νευριά­ζει.
Ο παπ’ Αλεξαντρής ούτε που νοιάστηκε για το θυμό του ΄Αγγλου. Στράφηκε μονάχα προς τους δύο μπράβους και τους ρώτησε:
- Εσείς ευλογημένα παιδιά του Θεού, τι θέλετε πρωί στο χωριό μαζί μ’ αυτούς τους στρατιώτες; Πέστε σε μένα τί θέλετε κι’ εσείς κι’ αυτοί.
Ο ένας απ’ τους δυο τότε, του εξήγησε.
- Ήρθαμε να πάρουμε αυτούς που πείρα­ξαν και κακομεταχειρίστηκαν χτες το πρωί τ’ α­φεντικό. Αυτούς που το λήστεψαν και του πή­ραν τα όβολα και του τσάκισαν το λοντόνι...
-  Καλά, τα ξέρω αυτά, τον αντίκοψε ο γέ­ροντας. Πάρτε με λοιπόν. Εγώ ήμουν. Πέστε στους ΄Αγγλους πως εγώ ήμουν κι’ οι χωριανοί δε φταίνε. Εγώ τους το είπα να κάνουν ό,τι έκα­ναν.
- Τι να σε κάμουμε εσένα; του είπε εκείνος. Εμείς θέλουμε εκείνον με τη φανέλα, που λήστεψε το αφεντικό και τους άλλους που χτύ­πησαν εμάς. Εσύ να πας στην εκκλησιά σου.
Ο παπ’ Αλεξαντρής προσπάθησε να τον καλοπιάσει, μήπως κι’ ελαφρύνει την κατάσταση.
-          Καλά, του είπε, μα τώρα οι χωριανοί εί­ναι όλοι έξω στα κτήματα. Δουλεύουν παιδί μου. ΄Αν θέλετε πάμε μαζί στη χώρα. ΄Ερχομαι εγώ και τους μηνάω κι’ έρχονται. Όταν είμαι εγώ κοντά σας, κι’ όλο το χωριό να καλέσω θα έρ­θει. Τώρα που να τους βρούμε; Είναι όλοι στις δουλειές τους.
Εκείνος τον κύτταξε με κακία.
-          Λες ψέματα όρε κι’ είσαι και παπάς. Κανέ­νας δεν είναι στα χτήματα. Είμαστε εδώ από τα μεσάνυχτα εμείς. Όλοι είναι κρυμμένοι μέσα στα σπήτια. Δε βγήκε κανένας έξω. Να βγουν και νάρθουν. Το χωριό είναι ζωσμένο με στρα­τιώτες.
Κατόπι γύρισε προς τον ΄Αγγλο άξιωματικό κατι τούπε στη γλώσσα του και γυρίζοντας προς τον γέροντα πρόσθεσε:
-          Τράβα τώρα η αφεντιά σου μαζί με τον Α­ξιωματικό και θα τα πούμε σε λίγο όλοι παρέα.
Ο παπ’ Αλεξαντρής, ακολούθησε τον Αξι­ωματικό. Κι’ εκείνος τον πήγε έξω απ’ το χωριό, στο σημείο ακριβώς που την προηγούμενη μέρα ο Στεφανής, είχε αναποδογυρίσει το λοντόνι του Κουρκουμέλη. Εν τω μεταξύ οι δύο μπράβοι μαζί με τους ΄Αγγλους στρατιώτες, χτύπησαν την πρώτη πόρτα που βρέθηκε μπροστά τους. Δεν άνοιξε κανένας. Μόνο μια γυναι­κεία φωνή αποκρίθηκε από μέσα:
-          Τί θέλετε; Ποιόνε γυρεύετε;
-           Θέλομε να βγήτε και να πήτε σ’ όλο το χωριό, ότι εμείς κανέναν δε θα πειράξουμε.
΄Εφυγαν και πήγαν πιο πέρα. Χτύπησαν κι’ άλλη πόρτα. Δεν απάντησε κανένας κι’ εκεί. Φώναξαν δυνατά τα ίδια  - πως οι ΄Αγγλοι κρα­τούν τον παπά, πως θα τα πληρώσει αυτός αν δε φανούν οι άνδρες του χωριού - και πρόσθεσαν δυνατά για ν’ ακουστεί:
-          Αν είσαστε άντρες να βγήτε. Να μην αφήσετε τον παπά, γέροντα άνθρωπο, να τον τραβάνε και να τον τυραννήσουν.
Ύστερα πήγαν πιο πέρα και πιο πέρα, σε τέσσερις - πέντε μεριές και φώναξαν τα ίδια. Και κατόπι κίνησαν για κάτω, εκεί που ήταν οι ΄Αγγλοι με τον παπά, έξω  απ’ το χωριό, στο δρόμο προς τη χώρα. ΄Ισα ίσα που έβγαιναν α­πό τα σπήτια, πίσω τους φάνηκαν καμμιά δεκα­ριά Γαστουριώτες να τους ακολουθούν.
Οι Γαστουριώτες πήγαν και στάθηκαν κοντά στον παπά, που καθόταν πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Κύτταξαν ολόγυρα. Είδαν τους ΄Αγγλους στρατιώτες νάχουν στήσει ασφυκτικό κι’ αδια­πέραστο κλοιό γύρω στο χωριό.
Τότε, ο ένας από τους μπράβους γέλασε. Σήκωσε το χέρι με το δείχτη προτεταμένο κατά το μέρος τους και είπε ειρωνικά:
-          Για κύτταξε κάτι άντρες που μας κάμανε τους παλληκαράδες χθες... Τώρα θα τους δείξω εγώ ποιοι είναι οι άντρες.
Οι Γαστουριώτες τον κύτταξαν περιφρονη­τικά. Κι’ ο Αρέστης ο «Πίπιζας», ένας άπ’ ό­λους, του απάντησε:
-          Αν είμαστε άνδρες, του είπε, όταν θέλεις το δοκιμάζεις, σκατορουφιάνε.
Ο άλλος κίνησε κατά πάνω του. Οι ΄Αγγλοι κύτταγαν ατάραχοι. Οι Γαστουριώτες κάμανε άκρη να του ανοίξουν δρόμο. ΄Ηξεραν πως ο Αρέστης ο Πίπιζας (που τον παρατσούκλιζαν έτσι γιατί είχε αγοράσει από έναν ΄Αγγλο μια πίπιζα κι’ είχε μάθει κι’ έπαιζε μαζί με τα βιολιά) ήταν γεροδεμένο παλληκάρι και θα τον κα­νόνιζε. Μα ο μπράβος τράβηξε μαχαίρι. Και ρί­χτηκε να χτυπήσει τον Αρέστη αδίσταχτος.
Τότε, μ’ όλα του τα γεράματα πήδηξε πάνω ο παπ’ Αλεξαντρής κι’ άρπαξε το οπλισμένο χέρι του μπράβου. Εκείνος τον έσπρωξε με δύ­ναμη. Ο γέροντας κυλίστηκε κατά γης. Μα εν τω μεταξύ ο Αρέστης ο Πίπιζας, σηκώνοντας το χέρι με την παλάμη ανοιχτή, του άστραψε έ­να χαστούκι με όλη του τη δύναμη. Ο μπράβος σάστισε. Πήγε να κάμει ένα βήμα προς τα πί­σω για να πάρει φόρα, μα το πόδι του σκόντα­ψε κι’ έπεσε ανάσκελα κατά γης. Το μαχαίρι ξέφυγε απ’ το χέρι του. Κι’ ο Αρέστης πέφτον­τας απάνω του τον άρπαξε απ’ τα χέρια κι’ α- κούμπησε το γόνατό του στο στήθος του. Ύ­στερα τον χτύπησε μια - δύο φορές με το γόνα­το στο πηγούνι. Οι ΄Αγγλοι παράμερα, κύτταγαν την πάλη μασουλώντας καραμέλες. Δύο στρατιώτες κράταγαν ένας από κάθε χέρι, τον άλλο μπράβο. Κι’ ένας υπαξιωματικός έγνεφε στους άλλους Γαστουριώτες να μην επέμβουν. Ως που από το στόμα του μπράβου άρχισε να τρέχει αίμα. Τότε ο Αρέστης τον άφησε. Πήρε το μαχαίρι που ήταν πιο πέρα και του τόρριξε στα πόδια.
-          Πήγαινε να το τροχίσεις καλά κι’ έλα να μας τα ξουρίσεις, του είπε. ΄Αντρα.
΄Ισα - ίσα που σηκωνόταν ο Αρέστης κι’ ά­φηνε καταγής τον άλλο, φάνηκαν νάρχονται α­πό τ’ ακρινά σπήτια καμμιά πενηντάρια ακόμα Γαστουριώτες. Μπροστά ο Στεφάνης, ο ληστής, πίσω οι άλλοι. Πλησίασαν σιωπηλοί οι άλλοι κι’ η μόνη τους κουβέντα ήταν να καλημερί­σουν τον παπά, σκύφτοντας το κεφάλι. Εν τω μεταξύ ο μπράβος είχε σηκωθεί κι’ είχε αποτραβηχτεί παράμερα, μαζί με τον άλλο, το σύντρο­φό του. Κι’ εκείνος μ’ ένα μαντήλι του σκούπι­ζε τα αίματα πούτρεχαν από το σακατεμένο του στόμα.
Τότε, πλησίασε τον παπά ο ΄Αγγλος επικε­φαλής Αξιωματικός. Κοντά του ήταν ένας Μαλτέζος στρατιώτης που μίλαγε λίγα ελληνικά.
-          Θα πάρουμε είκοσι απ’ αυτούς στην πόλη, του είπε. Δε θα τούς κάνουμε κακό. Μη φο­βάστε.
Κατόπι κάτι ψιθύρισε στ’ αυτί του Μαλτέζου στρατιώτη κι’ εκείνος φώναξε τον «Πίπιζα».
-          Έλα εδώ, εσύ, παλληκάρι.
Ξεκρέμασε το παγούρι του από τη μέση και του τόδωσε.
-          Πάρε, του είπε. Πήγαινε να φέρεις νερό καθαρό απ’ το χωριό, που θέλει να πιεί ο Αξιωματικός.               
Ο Πίπιζας πήρε το παγούρι κι’ εκίνησε τρεχάτος.
-          Έφτακα, είπε.
Σαν απομακρύνθηκε όμως, καμμιά δεκαριά μέτρα από τους άλλους προς το χωριό, ο στρα­τιώτης που εν τω μεταξύ είχε πάρει άλλο ένα παγούρι από έναν ΄Αγγλο, του φώναξε να σταθεί. Πήγε κατά πάνω του.
-          Φέρε κι’ αυτό, του είπε δυνατά.
Κι’ ύστερα του ψιθύρισε χαμηλόφωνα για να μην ακουστεί.
-          Φύγε και μην ξαναγυρίσεις
Ο Πίπιζας τον κύτταζε σαστισμένος. Εκεί­νος τούκλεισε το μάτι και του κρυφοχαμογέλασε. Κατόπι τράχυνε τη φωνή του και ούρλιαζε.
-          Στο διάολο, τι με κυττάζεις. Πήγαινε γρή­γορα.
΄Οταν έφυγε ο Πίπιζας, ο Μαλτέζος φώναξε τους δύο μπράβους. Κάθησαν λίγο παράμερα κι’ οι στρατιώτες έβαλαν τους Γαστουριώτες να περάσουν ένας - ένας από μπροστά τους. Ε­κείνοι  υπέδειξαν είκοσι. Πρώτον τον Στεφανή, το ληστή κι’ άλλους δεκανιά.
Τότε ένας σαλπιχτής σήμανε με τη σάλ­πιγγά του συγκέντρωση κι’ οι στρατιώτες που είχαν ζωσμένο γύρω - γύρω το χωριό, άρχισαν να συγκεντρώνονται. Ο Αξιωματικός με το Μαλτέζο στρατιώτη που ήξερε τα ελληνικά, ξανάπε στον παπά και στους άλλους:
-          Θα τους πάρουμε στην πόλη. Δε θα τους κάνουμε κακό. Μη φοβάστε.
Ο παπ’ Αλεξαντρής τον κύτταξε παρακα­λεστικά. ΄Εβγαλε το καλιμαύχι του, τ’ ακούμπησε στο στήθος κι’ έκαμε να γονατίσει μπροστά του. Μα ο Αξιωματικός τον έπιασε απ’ το μπράτσο και δεν τον άφησε. Τον κράτησε όρθιο. Ύστερα είπε αγγλικά κι ο Μαλτέζος εξή­γησε:
-          Μη με παρακαλείς, δεν είν’ από μένα. Εγώ θα τους δέσω και θα τους πάρω στην πόλη.  Στο δρόμο δε θα τους πειράξει κανένας
…………………………………………………………………………………

Δημόσιο μαστίγωμα για τους 20 Γαστουριώτες!

Ο Παραμυθιώτης είχε φύγει κι’ αυτός από την Κυριακή το πρωί και είχε πάει στ' Αλεύκι, που θα στεφάνωνε κάποιους κομματάρχες του. Τον είχαν καλέσει να πάει και να μείνει τρεις - τέσσερις μέρες εκεί, για να κυττάξουν και τα κομματικά. Έτσι, όταν το απομεσήμερο έφτανε στη χώρα ο Κουρκουμέλης, λασπωμένος και αναμαλλιασμένος όπως ήταν, τράβηξε κατ’ ευθείαν για το Κάστρο, ζήτησε το Φρούραρχο και του εξιστόρησε τα καθέκαστα.
-          Και τώρα τι θέλετε από μένα; τον ρώτησε εκείνος.
-          Θέλω να μου συλλάβετε όλο το Γαστούρι και να το φέρετε εδώ για μαστίγωμα.
Ο ΄Αγγλος δεν έδωσε καμιάν υπόσχεση. Μόνο του είπε αόριστα:
-          Θα ζητήσω οδηγίες από τον Κυβερνήτη.
Μα ο Κουρκουμέλης δεν αρκέστηκε σ’ αυτή την τόσο αόριστη υπόσχεση. Σηκώθηκε από κει και πήγε ο ίδιος στο παλάτι του Αρμοστή, έτσι όπως ήταν. Κι’ ή εντολή που δόθηκε στο Φρούραρχο ήταν πλέον ρητή: Να ξημερώσουν στη χώρα οι 20 πρωταίτιοι Γαστουριώτες, να μαστιγωθούν μπροστά στο κοινό με 50 μαστιγώ­σεις, να δικαστούν αμέσως και να καταδικαστούν με βαρύτατες ποινές.
Έτσι, όταν ή φάλαγγα με τους Γαστουριώ­τες μπήκε μέσα στο Κάστρο, ένας κήρυκας βγή­κε σ’ όλη την πόλη και άρχισε να ανακοινώνει φωναχτά, σε διάφορα σημεία για να τ’ ακού- σουν όλοι, πως με το ηλιοβασίλεμα θα μαστιγω­θούν απάνω στον προμαχώνα «οι 20 ληστάδες του Γαστουριού» και να μαζευτεί ο κόσμος να δει και να βάλει γνώση.
Με το ηλιοβασίλεμα, ο χώρος απέναντι από το δεξιό προμαχώνα του Φρουρίου ήταν γεμά­τος κόσμο.
Πέρα - πέρα, πάνω στον προμαχώνα, οι ΄Αγ­γλοι είχαν στήσει είκοσι στύλους. Εκεί έδεσαν τους Γαστουριώτες, από τη μέση κι’ απάνω γυμνούς. Και είκοσι στρατιώτες άρχισαν ν’ ανε­βοκατεβάζουν αργά και ρυθμικά, με όλη τους τη δύναμη τα μαστίγια, πάνω στις γυμνές σάρ­κες. Χτυπούσε ο ένας στρατιώτης τον πρώτο Γαστουριώτη  - το ληστή - ο άλλος το δεύτερο, με τη σειρά. Κι’ όταν ο τελευταίος χτυπούσε τον εικοστό, τότε ξανάρχιζε με τη δεύτερη κα- μουτσικιά ο πρώτος.
Στις δεκαπέντε, στις είκοσι καμουτσικιές, οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν τις αισθήσεις και να κρέμονται από τα χέρια πάνω στους στύλους. Τότε οι ΄Αγγλοι τους έλυναν. Δυο στρατιώτες τους έπιαναν απ’ τις μασχάλες κι απ’ τα πόδια και τους πήγαιναν σε μια υπόγεια φυλακή. Τους έριχναν κατά γης και τους άφηναν.
Αυτό γίνηκε δέκα εννιά φορές, ως που στο στύλο, έμεινε μόνον ο ληστής, ο Στεφανής, που κι’ εκείνος άντεξε μονάχα τις τριάντα μαστιγώ­σεις. ΄Ομως για τον Στεφανή, η εντολή ήταν άλλη. Είχε δοθεί προσωπικά από τον ίδιο τον Αρμοστή:
-          Σ’ αυτόν δε θα τηρηθή η τάξη του ελα­φρού μαστιγώματος. Θα του επιβληθούν και οι πενήντα μαστιγώσεις.
΄Ετσι, μετά την πεντηκοστή βουρδουλιά, ο Στεφανής έπλεε μέσα στα αίματα κι’ η πλάτη του ήταν μια ατελείωτη πληγή. Είχε χάσει από ώρα τις αισθήσεις του και φαινόταν σαν πεθα­μένος.
Όλοι, και οι είκοσι Γαστουριώτες, ριγμένοι κατάχαμα μέσα στη σκοτεινή, την υπόγεια και υγρή φυλακή, φαίνονταν σαν πεθαμένοι, καθώς μπήκε μέσα ο παπ’ Αλεξαντρής. Είχε φθάσει στη χώρα τ’ απομεσήμερο κι’ αυτός. Πήγε κατ’ ευθείαν στον Αθανάσιο, τον Δεσπότη, του είπε τα καθέκαστα, κι’ εκείνος τράβηξε για τον Αρμοστή. Μα ο Αρμοστής ούτε που τον άφη­σε να του μιλήσει για τους Γαστουριώτες.
-          Θα τιμωρηθούν του είπε. Θά τους κρίνει η Δικαιοσύνη. Σας επιτρέπω μόνον να τους επισκεφθήτε.
Και του έδωσε ένα σημείωμα για το Φρού­ραρχο, να του επιτρέψει την είσοδο στο Κά­στρο και την επίσκεψη των κρατουμένων.
Μα ο παπ’ Αλεξαντρής δεν άφησε τον Α­θανάσιο. Πήρε το σημείωμα του Αρμοστή και πήγε ο ίδιος στο Κάστρο. Κι’ εμπήκε μέσα, ίσα - ίσα που αφού τελείωσε το μαστίγωμα, άκουμπούσαν τον Στεφανή μέσα στη φυλακή, δί­πλα από τους άλλους που κείτονταν ακόμα αναίσθητοι.

«΄Ενωση» γραμμένη με αίμα!

Βλέποντας τούτο το τραγικό κι’ ανεπίστευτο θέαμα μπροστά του, ο γέροντας σάστισε για μία στιγμή. Αμέσως όμως συνήλθε, έκανε το σταυ­ρό του, γονάτισε, σήκωσε τα χέρια και το κε­φάλι ψηλά και με τα μάτια πλημμυρισμένα στα δάκρυα ψιθύρισε μια λιγόλογη δέηση. Κατόπι έβγαλε το ράσο, ύστερα τα μεσοφόρια και με χέρι σταθερό άρχισε να τα σχίζει, να τα κάνει λουρίδες και να τυλίγει μέσα τις πληγές του Στεφανή.
Ο ιδρώτας έτρεχε από το γέρικο πρόσωπο κι’ έσταζε κατά γης ακακατωμένος με δά­κρυα. Κι όταν πρόσδεσε το αναίσθητο σώμα με τα λουριδιασμένα μεσοφόρια του, σηκώθηκε όρθιος. Τα χέρια του ήταν πλημμυρισμένα με αίμα.
Πλησίασε στον τοίχο, ακούμπησε τα δά­χτυλά του στη λεία επιφάνεια και με το αίμα του Στεφανή, έγραψε τη λέξη «Ένωση».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου